Rodica Draghincescu/ΡΟΔΙΚΑ ΔΡΑΓΚΙΝΤΣΕΣΚΟΥ

 

 

(Ρουμανία-Γαλλία)

 

 

 

nu mă numesc nu iscălesc / δεν ονομάζομαι δεν υπογράφω

 

στέκομαι στις παλάμες σου ποίηση με μiαν αξίνα μόνιμα στο χέρι μου για να σκαλίζω γένη κι αριθμούς θυσιασθέντων όρθια σαν θεός πανύψηλος και πολικός σ’ εγρήγορση πιο πολύ κι από τον λένιν θηλυπρεπέστερος των μουσολίνι και χίτλερ και πιο επιτήδειος απ’ τον βούδδα με το τσούρμο του πόρνες από πίσω

 

 

 

săptămâna rd / εβδομάς ρδ

 

τις δευτέρες γδύνομαι κι εκτίθεμαι στα παράθυρα σάμπως

φεγγάρι ολόγιομο αυτοπεποίθηση

τις τρίτες γλύφω μπρίζες ρεύματος

τις τετάρτες γουστάρω να σου μιλάω πρόστυχα

τις πέμπτες σου φυσάω φλόγες στ’ αυτιά σε αποτεφρώνω

κι αποζητώντας μια σταλιά ελυθερία πετάω την τέφρα σου

απ’ τον 27ον όροφο

παρασκευή ο μήνας έχει πάντοτε 28. ημέρα με πολλά νοήματα

 

τα σάββατα ολοένα ασχημαίνω

κοιτάζομαι στον καθρέφτη των νυχιών μου

με τη σπάτουλα φτιάχνω μια τούρτα γενεθλίων. έχουμε καταφανώς 29

 

η κυριακή είναι ημέρα μεγάλων θριάμβων ημέρα οπαδών του

θεού

 

 

 

iadul sau poezia / κόλασις τουτέστιν ποίησις

 

εγώ δεν σου εγγυώμαι ότι θα ’ναι καλύτερα εάν σ’ εσένα τον εαυτό μου δανείσω

με το σώμα τα χούγια τους στοχασμούς τις ορέξεις μου

εγώ δεν σου εγγυώμαι ότι θα  βγεις βαρβάτος κι αθάνατος και με αυτεπίγνωση από μέσα μου

εγώ είμαι ο τόπος όπου γίνονται οι προφητείες και όπου οι ετυμηγορίες πωλούνται στο κιλό είμαι ο χρησμός όπου αν εισδύσει ένα μυστήριο θα υποταγεί τυφλά κι εμφατικά

τίποτα μέσα μου δεν είναι πια ζωντανό ή βιώσιμο με γοητεύοιυν τα ερείπια τα κειμήλια τα κουφάρια και ειδικά οι μούμιες σαν την παγερή παρθένα ονόματι χουανίτα. μ’ αρέσει να βάζω τα γέλια στις κηδείες ή από πολύ ψηλά να κατουράω τις ίδιες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες μου (ω πόσο όμορφα χρυσίζουν τότε)

ιδού τώρα σε λοιδορώ κατάματα (τη λέω λοιδορία την αγάπη) και μα τον άγιο μόνο με μαχαίρι ή με ατσάλινη λεπίδα θα μορείς πια να χωρίσεις από μένα

εις τουν ονείδους το όνομα και της απαγορεύσεως γράφω για το πώς σου ’κλεισα μέρα και μουσική για ξεπαρθένεψη με τη μύτη της μπότας. τζω κόκερ

ένας εσώτερος πόλεμος είναι έτι περιπλοκότερος και καταστροφικός από ’ναν άλλο μεταξύ στρατών γιατί δεν φαίνεται ξεκάθαρα ποιος ο αντίπαλος και ποια η στρα;τίγική και ποιο το τίμημα και τότε εμένα τι μου απομένει:

να μείνω ο εαυτός μου ή να σε συγχωρέσω οριστικά;

στο διάολο η καρδιά μου ακούγεται πέφρα ως πέρα να μουκανίζει σα γελάδα στο σφαγείο

το βλέμμα σου έχει αφήσει μέσα εδώ μιαν οπτασία από γυαλί θρυμματισμένο ενώπιον της ιδίας κι ενώπιον αυτού που εμείς ουδέποτε θα διηγηθούμε σε κανέναν

αφού εσύ είσαι ο άνδρας-βρέφος μέσ’ στον υπόνομο της μητρικής συνείδησής μου κι εγώ η έκφυλη γυναίκα που σε κύησε για να σε κουβαλάει ξανά μέσ’ στην κοιλιά της

 

ω. να ’μουν έστω για μιαν ώρα τ’ αρσενικό κι εσύ η τρυφερή πουτανίτσα να σε γουστάρω και να σε χαϊδεύω με το τραχύ το μαλλιαρό μου χέρι

αφού εσύ ’σαι η ανδρική συνείδησή μου κι εγώ ο άνδρας που σε γκάστρωσε για δεύτερη φορά κι αλλιώτικα πιο στοργικά διότι:

τι άλλο μας μένει προκειμένου να πάψουμε να αγαπίομαστε παρά η λήθη ή το μίσος ή και ο έρως in extremis;

 

 

 

ritm / ρυθμός

 

κοίτα πώς γράφω:

σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό

λέπι το λέπι πτερύύγιο το πτερύγιο

βράγχιο το βράγχιο

μαύρη και πρησμένη

γδαρμένο το κορμί μου πάνω από το μόναδικό μου φόρεμα

 

πώς απ’ τη μια μέρα στην άλλη παύω να ’μαι γυναίκα

και γίνομαι μύλος μελάνης

 

σε ορθοστατική προέκταση

του κατακόρυφου άξονα της νύχτας

η ευθεία της γραφής κι ο ουρανίσκος μου δημιουργούν ένα αλεστήρι

 

 

 

din lucruri și vorbe îți voi face un fiu / από αντικείμενα και λέξεις θα σου γεννήσω έναν γιο

 

να με λοιπόν. με βρήκες – μου λές μέσ’ απ’ τον τάφο σου από κιτάπια κι από γάντια του μποξ

σε κύκλους σε ακολούθησα ομόκεντρους στο περιθώριο των δρόμων

 

κάτω απ’ το μαξιλάρι σε καλούσα ώσπου υγράθηκεν ο σβέρκος μου

όλα τα όργανά μου τα πέρασα από μέσα σου. σου ’στρωσα να κοιμηθείς στο κρανίο μου. εγώ τέτοια όνειρα δεν έκανα με καμιάν άλλη.κρυώνοντας σκεπάστηκα με μια θηλειά

 

προσπέρασα πολλάκις την υπόσχεση ότι ουδέποτε θα το κάνω με κανέναν εις πείσμα αναγκών αλλά  και όρκων πως θα’ σαι συ για πάντα η ερωμένη το όπλο μου το μαχαίρι το ασημμένιο κρυμμένο στο λαιμό της μπότας

 

αγάπη μου

θα γράψω για σένα ένα ποίημα να το ’χεις σαν κερένιο πωδήλατο

σαν ύπνο ανάμεσα σε καρχαρίες

3×3 το γαλάζιο των ματιών σου να πουλιέται με το μέτρο

με τα πεντάλ τα δόντια το τιμόνι και το μπαλόνι οξυγόνου σδτο κιλό

πουθενά αλλού δεν πρόκειται να σε εκθέσουν καλύτερα

 

και τώρα κοίτα θα σε κάνω δύο μερίδες κρέατος

11 και 29 του σώματός σου η μάζα σε δυο πλάστιγγες

 

έν’ αμαξάκι με άλογα τυfλά θα ’ρθεί να σε βρει ξημερώματα:

 

σε περιμένουν. ανέβα στο 11

(στο 29 μένει η βιργινία γούλφ)

 

γδυσου. κράτα τις μπότες σου αγκαλιά. πλησίασε.

από αντικείμενα και λέξεις θα σου γεννήσω έναν γιο

ίδιο με αφαίμαξη μηκώνων καλοκαίρι

 

 

 

Μετάφραση από τα ρουμανικά:

Βίκτωρ Ιβάνοβιτς

 

Articles similaires

Tags

Partager