José Antonio Mesa Toré

 

FOTO OF JOSÉ ANTONIO MESA TORÉ (1)

 

(Ισπανία)

 

 

 

La primavera nórdica (Η βόρεια άνοιξη), ed. Pre-textos, 1998

Η ποίηση

Στον Francisco Fortuny

 

Ούτε πιο πολύ απ΄τον καθένα ούτε καλύτερα

απ’ όλους: την αγάπησα με λύσσα, υπακούοντας

σε κανόνες και καπρίτσια. Είχα υπομονή

όταν αυτή ήταν φιλόμαχη. Ήμουν τρελός

θεωρώντας την ολοκληρωτικά δική μου,

κυριαρχώντας την υποτιμούσα

δεν την κατείχα τελικά. Αν τώρα αγγίζω

τυχαία την αρετή της, αδιάφορη

παραδίδεται στον παλιό φίλο που την ψάχνει

με φωνή μετανιωμένη στην ανάμνηση.

Για τίποτα δεν την βάλλω  πια, κι όμως,

της γράφω λίγο. Δεν με θυμώνει

να την βλέπω να φλερτάρει, να προσπερνά…

Ίσως βγω κερδισμένος αν την χάσω

απ΄τα μάτια μου για λίγο: σ΄αυτούς που τρέχουν,

ελάχιστες θεές μας συντρέχουν

κι αυτή συμπεριφέρεται σαν γουρούνι.

 

 

 

Η χαρούμενη στράτευση

 

Το πρωινό που ένας νεκρός βγήκε απ΄το σπίτι μας

εγώ συνέχισα να αναπνέω χαρούμενα.

Μήπως ο αέρας ήταν πιο παθητικός

απ΄ό,τι συνήθως; Εγώ συνέχισα να μεγαλώνω

δίχως προσπάθεια στο βιβλίο της οικογένειας,

απολαμβάνοντας τον ήλιο παρόλο τα σκούρα

γυαλιά, τη θεοσεβή θλιμμένη γραβάτα

στην ορφάνια του στέρνου.

Εγώ συνέχισα με τα μάτια

καρφωμένα στους σκληρούς κοντινούς κώλους,

στα ντεκολτέ των συλλυπητηρίων και στα πρόσχαρα νιάτα.

Ντρέπομαι που το σκέφτομαι.

Μα ο πόνος ποτέ δε θα πολεμήσει

στο πλευρό του θανάτου.

Το πρωινό που ένας νεκρός θα βγει απ΄το χρόνο μας,

είναι η ζωή, τόσο ζωντανή, τόσος ο ήλιος πάνω στη σκεπή,

είναι η ζωή, τόσο πουτάνα και διπλωμάτισσα,

που κερδίζει πιο πολλούς οπαδούς.

 

 

 

Ο θρίαμβος του θανάτου

Στη μνήμη των γονιών μου

 

Αν μια καρδιά αποφασίσει να λείψει απ΄τη δουλειά της,

να απουσιάσει απ΄τον κόσμο, να φύγει με τον παλμό

σε άλλο μέρος: αργή νύχτα ψηλά

ή πρόσχαρη τσουλήθρα της παιδικής ηλικίας

(ποιος ξέρει)·

αν αυτή η καρδιά βαδίζει

αποκαρδιωμένη πια ανάμεσα σε ρούχα κρύα,

κι αποφασίσει να σταματήσει για σήμερα

τις μηχανές,

δε λείπει γι΄αυτό απ΄το πλευρό σου.

Πιο πέρα απ΄τη ζωή κι από τις συνήθειές της,

πάντα μας μένει

η καθημερινότητα του θανάτου.

 

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζουν οι ντουλάπες

που κρεμάνε τα κοστούμια και τις σκιές

εκείνων των ποδιών που πηγαινοέρχονταν

απ΄το συζυγικό καθήκον στα πράγματά τους.

Τα σακάκια ενός υποταγμένου γκρι

ταιριάζουν ελαφριά με τα τριαντάφυλλα

-κι αυτά ήδη συνταξιοδοτημένα- ενός συνηθισμένου

ρούχου στις οικογενειακές γιορτές·

 

βρέχουν κασκόλ στις κρεμάστρες

δίχως να δίνουν φιλιά κρυφά

σ΄ένα δημόσιο πάρκο·

και παλτό, καμπαρντίνες κι εσάρπες

εκτελούν σ΄αυτό το σκούρο κενό

την ακίνητη παρέλαση του θανάτου.

 

Όντας πολύ πρωί

-προσοχή κυρίως σ΄αυτούς του μπάνιου-

δεν συμφέρει να χάσουμε απ΄τα μάτια μας τους καθρέφτες:

διορθώνουν όπως θέλουν τα πρόσωπά μας,

δείχνουν τον αέρα της οικογένειας,

καταφέρνουν το νεκρό βλέμμα να ταιριάξει

στα μάτια που κοιτάζουν με ρίγος

την ακίνητη παρέλαση του θανάτου.

 

Μετά φθάνουν τα γράμματα,

φωνές ανάμεσα στη φωνή οποιουδήποτε βιβλίου,

ανατρέχοντας στις νύχτες του πόθου

με την απίθανη γραφή,

που ορκίζονται έναν παντοτινό έρωτα

στο φτωχό ρόλο του απίθανου,

ανοίγοντας στα άδεια

από αλήθεια χέρια μας

την ακίνητη παρέλαση του θανάτου.

 

Και πώς να μη φορέσει αυτά τα παπούτσια

που κληρονομεί ο πρωτότοκος

και είναι δύο επιμελή φέρετρα

πορεία προς τις χαρούμενες αίθουσες.

 

Κοιτώ τα πράγματα: είναι πολλαπλοί θρίαμβοι

αυτού· κοιτώ τη ζωή και βλέπω μόνο

την ακίνητη παρέλαση του θανάτου.

Γράφω «Στη μνήμη του πατέρα μου»

μπροστά από κάποιους στίχους,

κι ο θάνατος με υποχρεώνει, σχολαστικά,

να στολίσω την ανάμνηση με τον πληθυντικό

της επίμονης ζωής του.

 

 

 

Η βαλίτσα

 

Μήνες είναι άδεια, όπως το γράμμα

που δίχως να΄ναι δικό μας ανοίγουμε απρόσεκτα

και δε φθάνει ποτέ  στη σωστή διεύθυνση.

Της φθείρω τον πόθο με το κλειδί

δάσκαλο της αφής του, και στην σκιά

του έρωτα παραμένει νύχτα και μέρα.

Θα φθάσει, ωστόσο, αυτή η άσχημη μέρα

που θα βρω το κρύο ενός γράμματος

πάνω στο τραπέζι, σύντομη σκιά

ενός αντίο που ανακοινώθηκε αδιάφορα,

κι η βαλίτσα θα΄ναι μπροστά στο οικογενειακό

και μακρινό κλειδί άλλων διευθύνσεων.

 

Γιατί καθόλου δεν χρησιμεύει να χειρονομούμε

στο άγχος, να τεντώνουμε το δέρμα της μέρας,

να φυλάσσουμε τα δάκρυα καλά

ή να ρισκάρουμε τα πάντα σ΄ένα γράμμα:

σε μία μόνο στιγμή αδιαφορίας

ο πόθος κρύβεται ανάμεσα στη σκιά.

Και το ρίγος του δεν είναι πια ούτε σκιά

αυτού που ήταν ούτε δίνει σημάδια

ενός μέλλοντος απτού. Από αδιαφορία,

το φάντασμα της πλήξης συννεφιάζει τη μέρα,

φοβίζει το πάθος κι έχει ένα γράμμα

λευκό για να το βάλει κάτω απ΄το κλειδί.

 

Ναι, θα φθάσει ο καιρός όπου ένα κλειδί

θα γυρίσει τη κλειδαριά της σκιάς

και θα πετάξει τη βαλίτσα, επείγον γράμμα

που το σκάει στον ουρανό· κι ακόμα,

ο μελαγχολικός και δίχως φως ουρανός

της Σουηδίας. Θα περάσει αν δε με φροντίζω.

 

Κι ο χρόνος πάντα παίρνει απρόσεκτα,

κι αποσπά απ΄τα χέρια κάθε κλειδί,

και μας γυρνά την πλάτη η αίθρια μέρα.

Η ζωή μερικές φορές έχει άσχημη σκιά:

απολαμβάνει σβήνοντας όλα τα σημάδια

του έρωτα και καίγοντας το τελευταίο του γράμμα.

 

Δίχως κλειδί θα πάω στις πόρτες της σκιάς

όπως ένα γράμμα που δεν έχει διευθύνσεις

κι η μέρα θα΄ναι σκληρή στην αδιαφορία της.

 

 

 

Στην άλλη πλευρά του ποταμού

Στον Alfonso Sánchez Rodríguez

 

Αν στην πόρτα μας έρθεις, ξένε,

φοβισμένος απ΄το κρύο, απ΄το χιόνι

που καταγγέλλει τα βήματα και μεταφράζει

τις λέξεις σε ανεξιχνίαστο καπνό,

αμήχανος μπροστά στην πρόωρη νύχτα,

αυτή η ρωμαλέα νύχτα των αειθαλών

δασών ή πάγων στα κεραμίδια·

αν εσύ είσαι, ξένε, που ρωτά,

χαμένος στο μεγαλείο της σιωπής,

στο παράξενο ξύλο με παράξενους

ήχους ή με ντροπαλή ανυπαρξία,

φώναξε ώσπου να ανατραπεί το σκοτάδι,

βγάλε τα παπούτσια σου και ξεκουράσου δίπλα στη φωτιά.

 

Το γκι στολίζει αυτές τις μέρες

το σπίτι, απ΄το κενό των φύλλων

θα μας φθάσει το έλκηθρο της παιδικής ηλικίας

γεμάτο όνειρα κι, ωστόσο, βράζει

στη θράκα το κρασί, θα ανάψουμε

κεριά που μας θυμίζουν τα στάχια

σε μια ανοιξιάτικη αυγή.

 

Για ποια νύχτα, ποιο χιόνι, ποιο κρύο

να νιώσω φόβο, αν το κρύο, το χιόνι κι η νύχτα

είναι οι ίδιοι οι αγγελιαφόροι της ζωής;

 

 

 

Ο νυχτερινός ήλιος

Στον Francisco Díaz de Castro

 

Το σπίτι μας, τα απογεύματα με ένα βιβλίο,

οι πολυτελείς νύχτες, αυτές της ησυχίας

μπροστά στην τηλεόραση, οι όμορφες νύχτες

με συντροφιά -ποτά, ποίηση, γέλια-,

η μοναξιά, σκέτα, κι ο θάνατος

δίχως υπεκφυγές, η ζωή μας, εν ολίγοις,

 

μας γέμισε κεριά, αργό αποτέλεσμα

του φωτός στις σελίδες ενός βιβλίου

ή ίσως μήνυμα θανάτου.

Κι αυτό το θλιμμένο βλέμμα, με πόση ηρεμία

φλέγονταν, έσβηνε σαν νεανικό

γέλιο πορεία των νυχτών.

 

Κι ήταν γλυκιά. Οι νύχτες μας

κάτω απ΄τη λάμψη τους ήταν ένα σύνολο

από συνήθειες, έρωτα, τρελού γέλιου.

Και τα κεριά μιλούσαν όπως ένα βιβλίο

που φωτίζει το μυστήριο, με την ηρεμία

αυτού που ξέρει ήδη την ώρα του θανάτου του.

 

Έτσι πέθαιναν από θάνατο

φυσικό, φύλακες στις χειμωνιάτικες

μέχρι θανάτου και ήρεμου χιονιού νύχτες.

Εξαντλημένες απ΄τ΄όνειρο, απ΄τη μέγιστη

αλήθεια του χρόνου, έκπληκτες πάνω στο βιβλίο,

δάκρια πιο πέρα απ΄τα γέλια μας.

 

Είναι τόσο σύντομο το μέλλον κάποιου γέλιου

και τόσο μεγάλο το παρόν του θανάτου.

Οι στίχοι που ψύχονται στο βιβλίο σου

κι ο ήλιος κάποιων νυχτών

κι ονομάτων που η ατζέντα τηρεί κι αθροίζει,

και στο τέλος σβήνει, σου έδωσαν φως κι ηρεμία.

 

Γιατί έχω δει πως όλα τελειώνουν, είναι απαραίτητο

να σκεφτείς αυτούς τους στίχους, τα γέλια

του τότε, τα ποτά, το σύνολο

των χρόνων· να σκεφτείς το θάνατό μας

σαν κεριά πεσμένα τις νύχτες:

ένα κομψό τέλος για ένα βιβλίο.

 

Ο θάνατός μας ας είναι μια ήρεμη θάλασσα,

τα γέλια που ξελογιάζουν τις νύχτες,

το βιβλίο στο οποίο ταιριάζει οποιαδήποτε άθροιση.

 

 

 

Translation of Virginia Chormoviti
 

 

 

 

 

 

 

 

____________________________________________

 

Ο José Antonio Mesa Toré γεννήθηκε στη Μάλαγα το 1963. Σπούδασε Ισπανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μάλαγα, στο οποίο δίδαξε για επτά έτη. Από τον Ιούλιο του 2011 είναι διευθυντής του Centro Cultural Generación del 27. Και από τα τέλη του 80 είναι ένας από τους εκδότες του περιοδικού Litoral, που κέρδισε το βραβείο Medalla al Mérito Καλών Τεχνών το 2006. Ήταν διευθυντής του περιοδικού Puente de Plata και επί του παρόντος είναι διευθυντής στο El Maquinista de la Generación. Επίσης, διευθύνει τις ποιητικές συλλογές Las entregas de Elena, La lámpara verde, El castillo del inglés, Cazador de nubes και La cama de Minerva. Είναι συγγραφέας των βιβλίων ποίησης En viento y en agua huidiza (1985), El amigo imaginario (1991, Διεθνές βραβείο ποίησης Rey Juan Carlos I), La alegre militancia (Ανθολογία) το 1996, Tierra calma (Ανθολογία), La primavera nórdica (1998, και  Aburrimientos (2009). Exceso de buen tiempo είναι το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Το ποιητικό του έργο περιλαμβάνεται στις πιο σημαντικές ποιητικές συλλογές των τελευταίων δεκαετιών και έχει μεταφραστεί εν μέρει στα αγγλικά, γαλλικά, πορτογαλικά, γερμανικά, ιταλικά, σουηδικά, ελληνικά και αραβικά.

 

 

 

____________________________________________

 

Η  Βιργινία Χορμοβίτη σπούδασε Ιταλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ισπανική Φιλολογία στο τμήμα Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα. Παρακολούθησε μαθήματα Ιταλικής Γλώσσας (Superiore B) και Νομικής Ορολογίας στο Universitá per stranieri της Σιένας για δύο μήνες. Έζησε στο Σαλέρνο για ένα χρόνο με υποτροφία στη Γλωσσολογία. Ως φοιτήτρια είχε πέντε υποτροφίες σχετικές με τις επιδόσεις της στο αντικείμενο των σπουδών της. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Λογοτεχνικής Μετάφρασης στην Ισπανία και Ιταλικής Γλώσσας στην Αθήνα. Το 2007 ολοκλήρωσε το  μεταπτυχιακό της στη Μετάφραση Λογοτεχνικών & Ανθρωπιστικών κειμένων στη Μάλαγα της Ισπανίας.

Έχει διδάξει Ιταλική Γλώσσα στο Τεχνολογικό Ίδρυμα Ηπείρου και Ισπανική και Λατινοαμερικάνικη Λογοτεχνία και Πολιτισμό στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα.

Συνεργάζεται με τα Λογοτεχνικά περιοδικά Πόρφυρας, Poema και Κουκούτσι τα οποία δημοσιεύουν μεταφράσεις της από τα ισπανικά ή ιταλικά στα ελληνικά. Από τον Φλεβάρη του 2015 είναι εκδότρια (για την Ελλάδα) του παγκόσμιου καλλιτεχνικού περιοδικού Levurelitteraire στο οποίο παρουσιάζει και μεταφράζει Ισπανούς ή Έλληνες συγγραφείς. Στο Επιστημονικό Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Κέρκυρα τον Νοέμβριο του 2012, μίλησε για τον ποιητή – φωτογράφο Ανδρέα Εμπειρίκο.

Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια φωτογραφίας και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις φωτογραφίας στην Ελλάδα (Αθήνα, Κρήτη, Λευκάδα και Πρέβεζα) αλλά και στην Πορτογαλία (Λισαβόνα). Επί του παρόντος  πραγματοποιεί ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας στην Ισπανία (Μάλαγα, Ούμπεδα και Μογκέρ).  Έχει κερδίσει δώδεκα βραβεία (σε Ελλάδα, Κύπρο, Γαλλία) μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το Χρυσό Μετάλλιο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό της Ε.Φ.Ε. Αθηνών το 2011.

Η ιστοσελίδα της είναι: www.virginiachormoviti.com

 

 

 

Articles similaires

Tags

Partager