Carmen-Francesca Banciu



Photo: Marijuana Gheorghiu







By PalmArtPress (Germany – USA)




Excerpts From Leichter Wind in Paradies by Carmen-Francesca Banciu



Last night I forgot to close the lid of the rubbish bin.


The ants appeared in front of me.

They have built an ant road.  They crawl up to


the rubbish in a thin line.

Still no road below.

I close the lid and break the road.


Some ants are locked inside. They


will be taken to the rubbish dump. On the other side


of the village.  Where the rubbish containers sit.

Far away from here.

Will they find their way back to the house?

Will they create a new home?

Will other ants accept them?


Adopt them?

Or will they be lost in foreign lands?

I keep the lid closed.




Ελαφρύ αεράκι στον παράδεισο



Ξέχασα το καπάκι του σκουπιδοτενεκέ


όλη νύχτα ανοιχτό. Τα μυρμήγκια μπροστά μου




Έχτισαν έναν μυρμηγκόδρομο. Σκαρφαλώνουν


στον σκουπιδοτενεκέ σε μια στενόμακρη πορεία.

Ακόμη κανένας δρόμος αποκάτω.

Κλείνω το κάλυμμα και διαλύω τον δρόμο.


Κάποια μυρμήγκια έχουν κλειστεί μέσα. Θα


μεταφερθούν στη χωματερή. Στην άλλη πλευρά


του χωριού. Όπου και τα απορριμματοφόρα.


Μακριά από ’δώ.

Θα βρούν το δρόμο του γυρισμού;


Θα χτίσουν καινούργιο σπιτικό;


Θα τα δεχτούν τα άλλα μυρμήγκια;


Θα τα υιοθετήσουν;


Ή θα χαθούν σε ξένη γη;

Κρατάω το καπάκι κλειστό.






«Πρωινή διάθεση»


Το τραγούδι των τζιτζικιών κάνει το τοπίο να


τρέμει. Νηνεμία. Η θάλασσα σιγά σιγά ξυπνά. Η


οροσειρά της Κορώνης αναδύεται μέσα από την πάχνη.

Η θάλασσα βάζει τον πέπλο της. Κάτω από τον πέπλο,


το νερό κινείται με μύρια σκιρτήματα


και λικνίσματα.

Αυτές τις κινήσεις θέλω να απαθανατίσω.

Να τις περιγράψω.


Να τις βαπτίσω.

Να ανακαλύψω την αφηρημένη τους μορφή.


Να τις εκφράσω


Να φτιάξω το κάθετί με λέξεις.


Θα έπρεπε να κάνω άπειρες τολμηρές απόπειρες.

Ακόμη και μετά την πρώτη απόπειρα, αναγνωρίζω κιόλας τα όριά μου.


Δεν προλαβαίνω να κάνω τη δεύτερη απόπειρα και νά ’τη κιόλας


η θάλασσα αλλάζει κίνηση. Ο πέπλος της έχει ήδη γίνει διαυγέστερος.


Το φως μεταμορφώνεται αδιάκοπα.  Πώς θέλω να το κατακτήσω με τις λέξεις μου!

Μόλις αντιλαμβάνομαι κάποια διάθεση και θέλω να την διατηρήσω μέσα στις λέξεις, διαστρέφω αυτό που είναι.

Οτιδήποτε είναι αλλάζει. Ασταμάτητα.

Αλλάζει με μία ανείπωτη  δεξιοτεχνία. Σαν να μην ήταν ποτέ κάτι.


Άραγε πότε υπάρχει αυτό το κάτι;

Αναγνωρίζω τα όριά μου. Και θέλω να πάω πέρα από αυτά.


Έξω απ’ το εγώ μου, ο κόσμος είναι απεριόριστος.




«Morning Moods»


The cicadas’ song makes the landscape tremble. The air stands still.  The sea slowly awakens.  The mountains of Koroni emerge from the mist.  The sea is veiled.  Beneath the veil, the water moves in millions of quivering and crumpled patches.

I want to capture these motions.

Describe them.

Give them a name.

Discover their abstract form.

Find an expression for them.  Bind everything in words.

I search.

I would have to make a million daring attempts.  Even after the first try, I already recognize my limits.  Before I dare to make another attempt, the sea has changed its motions. Its veil has turned more translucent.  The light transforms itself endlessly.  How can I seize this with my words?

As soon as I perceive a state, and want to preserve it in words, I distort what is.

What is changes. Endlessly.

It changes with an ineffable swiftness.  As if there’s never something.  So when is there something?

I recognize my limits.  Yet wish to go beyond them.  Outside my “I”, the world is limitless.




«Δίψα για τη θάλασσα»


Χαράματα η θάλασσα μοιάζει να λικνίζεται ελαφρά κάτω απ’ τον πέπλο της.
Ο ήλιος κινείται αργά και φωτίζει τα θολά ρηχά νερά κάτω από μένα. Κατακτά ακόμη ένα  εκτενέστερο μέρος του τοπίου. Τρυπά τον πέπλο. Τον λιώνει. Ξεπροβάλλει η θάλασσα. Το γαλάζιο. Η θάλασσα όπως όλοι την γνωρίζουμε.


Η θάλασσα απορροφά την προσοχή μου. Σαγηνεύει το βλέμμα μου. Περπατάω έξω στη βεράντα, τα μάτια μου αλυσοδεμένα με τη θάλασσα. Κάπου κάπου απελευθερώνομαι σαν από όνειρο και ανιχνεύω το περιβάλλον μου. Παρατηρώ ό,τι έχει ξεθωριάσει στο μυαλό μου. Μια προέκταση των ελαιώνων και των πέτρινων σπιτιών. Παλιά και σύγχρονα ελληνικά σπίτια. Μανιάτικοι πύργοι. Οι αμέτρητες στροφές και τα ζικζακ του επαρχιακού δρόμου. Όλα αυτά με αποκόβουν απ’ τη θάλασσα.


Διψάω για τα χρώματα της θάλασσας. Μία ακόρεστη επιθυμία. Πώς μπορώ να συνεχίσω να ζω; Πώς μπορώ να ζήσω μόλις εγκαταλείψω αυτόν τον τόπο; Υπάρχει στ’ αλήθεια ζωή μακριά απ’ τη θάλασσα.




«Thirst for the sea»


In the early morning, the sea seems to sway gently beneath its veil.  The sun moves slowly and illuminates the murky shallows below me.  It conquers an ever larger part of the landscape.  Pierces the veil.  Dissolves it.  Out comes the sea.  The blue.  The sea as we all know it.


The sea absorbs my attention.  Bewitches my eyes.  I walk out onto the terrace, my eyes tethered to the sea.  From time to time, I free myself as from a dream, and examine my surroundings.  I notice what has faded from my mind.  An expanse of olive groves and stone houses. Old and modern Greek homes.  Maniot towers.  The countless twists and turns of the country road.  These things cut me off from the sea.


I thirst for the colors of the sea.  A craving that cannot be sated.  How can I go on living?  How can I survive, once I leave this place?
Is there a life without the sea?











English translation: Pat Snidvongs, Harvard University

Julia Dubnoff, PhD.

Carmen-Francesca Banciu


Greek translation:  Dr. Vassiliki Rapti, Harvard University

Dr. Vladimir Boskovic, Postdoctoral Fellow, Princeton University

Dr. Andreas Triantafyllou, PhD





Articles similaires