Alexandru Potcoavă

 

 

(Ρουμανία)

 

 

 

Μια μέρα θα ’ρθεί  που ο ένας

δεν θα αναγνωρίζει πια τον άλλον

 

 

τέχνες ποιητικές ενοίκια μανιφέστα

λόγοι επικήδειοι και τα τοιαύτα

πιστεύω στους φίλους μου κι εκείνοι

δικό τους θέμα σε τι πιστεύουν

έτσι κι αλλιώς

μέσ’ από τον καθρέφτη οπισθοπορείας

βίος και θάνατος με κοιτάνε

σαν αλλοπαρμένοι

και σαν ζαβλακωμένοι

αγκαλιάζονται στη μέση του δρόμου

κι εγώ πατάω γκάζι κι απομακρύνομαι ολοταχώς

και σκασίλα μου ποιος άραγε

μροστά μου τρέχοντας όλο χαράσσει

στην άσφαλτο τη συνεχόμενη γραμμή

 

 

 

petre stoica[1]

 

αισθάνομαι να υποχωρούν τα δοκάρια της κεφαλής μου

σαν γέρικου σπιτιού σοφίτα υπό το βάρος ψόφιων περιστεριών

τα μεν κόπρανά τους επί χρόνια σωρευμένα

θα πέσουν στα δωμάτια οι δε σκελετοί τους

με κούφια κοκκαλάκια θα εξακολουθήσουν

να αιωρούνται στον αέρα γι’ αδιάφορο πόσον καιρό

αιθάνομαι μέσα στο στέρνο οι πνεύμονές μου

ν’ ανοίγουν σάμπως δυο φτερούγες μωβ αγγέλου

με το που νιώσουνε καπνό τσιγάρου από κάτω τους

φτεροκοπώντας εν αγνοία η μία της άλλης αλλά και

αυτού ακόμη του αγγέλου ενώ εγώ κάθομαι στην πολυθρόνα

και εξακολουθώ να πεθαίνω κι αισθάνομαι

 

 

 

chichere[2]

 

έφτασε σπίτι του τα ξημερώματα κοιτάχτηκε

στον καθέφτη έριξε νερό στο πρόσωπό του ξυρίστηκε

κι έπεσε τέζα κάτω απ’ το νιπτήρα

 

τον έθαψαν στη ρέσιτσα[3] ψηλά στο λόφο

στο ίδιο ύψος του δεκάτου ορόφου

όπου εκεί στο διαμέρισμά του

ακουμπώντας στο τραπέζι της κουζίνας

ανάμεσα στα στρογγυλα καμένα ίχνη από τις κατσαρόλες

είχε κάποτε γράψει

κάθε γυναίκα μαυροφορεμένη είναι η μάνα μου

κι εγώ ο αγαπημένος μακαρίτης της

κι η γρια μάνα του τον ξεπροβόδισε στο κοιμητήρι

ξέροντας βέβαια όπως κάθε μάνα πως τα δικά της κόκκαλα

έπρεπε ήδη να ’ναι εκεί προετοιμάζοντας το έδαφος

για να μην μπει στον τάφο ο γιος της

σαν σε παντέρμο σπίτι εγκαταλελειμμένο

 

σε ακόμη μια βδομάδα η γριούλα βρέθηκε να βαστάει το σταυρό του

καθώς τον ιωάννη τον ξέθαψαν και τον άνοιξαν

για να καταγραφεί δεόντως πως δεν ήτανε

που τονε σπάσανε στο ξύλο δυο χωροφυλάκοι

χαράματα στις τέσσερις αλλά ο ίδιος σκαρφαλώνοντας

σε μάντρα έπεσε από κει κι έσκασαν μέσα του τα σπλάχνα

κατά τις πέντε η ώρα την αυγή

κι ο κόσμος πια να κόψει τη μουρμούρα

 

ο λάκκος του ανάσαινε τυφλος κάμποσες μέρες

μέχρι που έκλεισε κι αυτός τα μάτια του θαρρείς

που κάποιος σφάλισε τα παντζούρια αφήνοντας

τις γλάστρες με γεράνια απ’ έξω ξεχασμένες

 

θυμάσαι μωρέ ιωάννη πώς σε κυνηγούσαν

οι γυναίκες

θυμάσαι ρε πώς έγραφες τα ποιήματά σου

όπου λάχαινε και σου προέκυπταν

θυμάσαι ρε τη γεύση των άφιλτρων τσιγάρων

θυμάσαι τo ασανσέρ της πολυκατοικίας μονίμως χαλασμένο

θυμάσαι μωρέ ιωάννη πως είχες να πεις για τη θιβετιανή

τη βίβλο των νεκρών εκείνοι μοιάζουνε

με ολτένιους[4] έλεγες αφού τινάζουν

τις νεκροκεφαλές για να σιγουρευτούν

πως από μέσα βγήκεν ολότελα η ψυχή

θυμάσαι μωρέ πώς μάτωσες

τότε που βαλθηκες να κόβεις με το μπαλτά προσανάματα

και μια σκλήθρα πετάχτηκε και καρφώθηκε στο λαιμό σου

θυμάσαι ρε ιωάννη πως δεν υπάρχει τρόπος

για να θυμάσαι πια οτιδήποτε

μόνον ο τάφος σου ίδιος στενάχωρη κάμαρη

που η μάνα σου θα την φωτίσει κάποτε

για τελευταία φορά πρωτού κλείσει

απ’ έξω όλες τις γλάστρες με λουλούδια

και τέρμα

 

 

 

lanyi[5]

 

σ’ έστειλαν στον ιζόντσο ποταμό[6] με μια πυξίδα κρεμασμένη στο λαιμό σου

αστεράκια δοκίμου στο γιακά κι απορία στα μάτια

πιθανότατα έτσι σ’ έθαψαν κιόλας

με την πυξίδα τ’ αστεράκια και την απορία σου

στο Ka und Ka[7] νεκροταφείο του štanjel[8]

η μάνα σου αξιώθηκε να λάβει μία φωτογραφία του τάφου σου

όπου ποτέ δεν κατάφερε να πάει

και τι επιβλητικό που ήταν το στρατιωτικό νεκροταφείο

εκατοντάδες οι σταυροί κι η επιγραφή ψηλά

filiis optimis – patria grata

τι επίσημο και φρεσκοασβεστωμένο και μη αναστρέψιμο

στο όπισθεν εκείνης της σελίδας εφημερίδας που εσύ φύλαξες στο σπίτι

με την εντός μαύρου πλαισίου αγγελία της δολοφονικής απόπειρας στο σαραγιέβο

σημείωσε η μάνα σου τα έξοδα του μαρτη ’21

σε ρουμάνικα λέι[9] η ζωή συνεχίστηκε

το στάνιελ αρχικά περιήλθε στην γιουγκοσλαβία

ενώ σήμερα ανήκει στη σλοβενία

οι τάφοι σας κατέληξαν πρασιές και βοσκοτόπια

μονάχα το μνημείο με την επιγραφή

τοις βελτίστοις τέκνοις – ευγνώμων η πατρίς

παραμένει όρθιο

ενώπιόν μου όσο να το δω

και να σου μεταβιβάσω

πως μια πατρίδα η οποία δεν υπάρχει πλέον

ακόμα σε θυμάται

διαμέσου εμού του ξένου

 

 

 

_______________________________

[1] Petre Stoica (1931-2009): Ρουμάνος ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, με καταγωγή από το Βανάτο. Ανήκε στην «Γενιά του 60», η οποία ήλθε σε ρήξη και εν τέλει εκτόπισε τον «σοσιαλ-ρεαλισμό» από την ρουμανική λογοτεχνία. Άσκησε έντονη επιρροή επί των νεαρών ποιητών της γενέθλιας περιοχής, όπου είχε εγκατασταθεί κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του.

[2] Chichere (Κίκερε): επώνυμο, χαρακτηριστικό της περιοχής. Δεν απαντάται σε άλλες ζώνες της Ρουμανίας. Το ποίημα αναφέρεται στον βίαιο θάνατο του ποιητή Ion Chichere (γεν. 1954).

[3] Ρέσιτσα (Reșița): βιομηχνική πόλη του Βανάτου.

[4] Ολτένιοι: κάτοικοι της Ολτενίας (ή Μικράς Βλαχίας), οι οποίοι φημίζονται για τον καχύποπτο, πονηρό χαρακτήρα τους.

[5] Lanyi (Λάνι): ουγγρικό επώνυμο. Ο «εικονιζόμενος», Lanyi Mihaly, μακρινός συγγενής του ποιητή, σκοτώθηκε σε ηλικία 18 ετών, στην έννατη μάχη του Ιζόντσο.

[6] Ιζόντσο (Isonzo): ποτάμι στα σύνορα Ιταλίας και Αυστρο-ουγγαρίας (μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας και νυν Σλοβενίας), κατά μήκος του οποίου έλαβαν χώρα δώδεκα πολύνεκρες μάχες στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο.

[7] Ka und Ka kuk): αρχικά του δηλωτικού kaiserlich und niglich («αυτοκρατορικός και βασιλικός», δηλαδή αυστρο-ουγγρικός).

[8] Štanjel (Στάνιελ): πολύχνη της Σλοβενίας, κοντά στα σύνορα με την Ιταλία, όπου υπάρχει μεγάλο στρατιωτικό νεκροταφείο των πεσόντων στις μάχες του Isonzo.

[9] «σε ρουμάνικα λέι»: καθότι, μετά το 1918, το Βανάτο περιήλθε στην κυριαρχία της Ρουμανίας.

 

 

 

Μετάφραση από τα ρουμανικά:

Βίκτωρ Ιβάνοβιτς

 

 

 

 

 

 

 

 

____________________________________________

 

Ο Alexandru Potcoavă γεννήθηκε στην πόλη Timișoara, της Ρουμανίας, το 1980. Σπουδές Φιλολογίας. Δημοσίευσε μέχρι σήμερα δύο ποιητικές συλλογές, δύο μυθιστορήματα και μία συλλογή από σύντομα διηγήματα. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους επιφανέστερους εκπροσώπους της λεγόμενης «Φουρνιάς του 2000» των ρουμνικών γραμμάτων. Κείμενά του συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες, τόσο στην Ρουμανία όσο και στο εξωτερικό (Ουγγαρία, Σερβία, Κροατία, Ιταλία, Ισραήλ).

Στην ποίηση του Alexandru Potcoavă διακρίνω, αφ’ ενός απόηχους του αμερικανικού «βρώμικου ρεαλισμού» (dirty realism), αφ’ ετέρου στοχευμένες αναδρομές στην εντοπιότητα, ιδωμένη από την σκοπιά της παγκοσμιοποίησης (global etnnic). Πιο συγκεκριμένα, τα κείμενά του προβάλλουν αισθητά το ανθρωπολογικο προφίλ και την ιδιοσυγκρασία της ζώνης απ’ όπου αντλεί την καταγωγή του. Ο λόγος για το γοητευτικό Βανάτο (νοτιοδυτική επαρχία της Ρουμανία, με κέντρο την διαβόητη Τιμισοάρα, λίκνο της αντικομμουνιστικής εξέγερσης του Δεκεμβρίου 1989). Η περιοχή, που μέχρι το 1918 ήταν μέρος της Αυστρο-ουγγρικής Αυτοκρατορίας, φέρει και σήμερα το στίγμα της Μεσευρώπης της Belle époque, υπό μορφήν του πολυεθνικού πληθυσμού (Ρουμάνους, Ούγγρους, Γερμανούς, Σέρβους, Εβραίους), της πολιτισμένης συμβίωσης σε κλίμα ανεκτικότητας κι ανεξιθρησκίας και στο πνεύμα ενός αυθόρμητου κοσμοπολίτισμού.

Β.Ι.

 

Articles similaires

Tags

Partager