Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής

 

 

(Ελλάδα)

 

 

 

ΧΡΥΣΑΝΘΗ

 

Ο κόμης Μοντεχρίστος

 

Οι ειδήσεις πως ο κόμης Μοντεχρίστος είχε αποδράσει προ πολλών ημερών όπως κάθε συνεπής αγωνιστής και κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν είχαν φτάσει και στη γειτονιά μας, στην πρωτεύουσα, στην πατρίδα, στον κόσμο όλο. Πώς μπορεί να μην ήταν πεινασμένος μετά από τόσα χρόνια πορείας, ώσπου να φτάσει εδώ, έξω από την πόρτα μας κιόλας. Και πώς να μην ορμήσει στο σπίτι του θείου αν μυριζόταν αυγά τηγανιτά; Ήμουν λοιπόν σίγουρος πως για τη Χρυσάνθη είχε έρθει. Γιατί αν υποθέσουμε πως είχε πιει καφέ στο δρόμο και δεν ήθελε να πιει άλλον, ας ήταν πολλά βαρύς και λίγο με καϊμάκι, τι φυσικότερο από την επιθυμία του να φάει και να στηλωθεί για να τον χαίρονται και να τον θαυμάζουν οι ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι; Και πού θα έβρισκε καλύτερα αυγά τηγανιτά εκτός από το σπίτι του θείου, τηγανισμένα από τα χεράκια της Χρυσάνθης;  Μέγας φόβος με είχε κυριεύσει και δεν γινόταν να ησυχάσω.  Κοίταζα τα τετράδιά μου, δεν είχα τελειώσει τις εργασίες του σχολείου, κοίταζα τα τετράδιά μου. Το πρόσεξε η μητέρα και ρώτησε: «Τι συμβαίνει;» Δεν σήκωσα τα μάτια από τα τετράδιά μου. «Ήρθε ο κόμης Μοντεχρίστος, μητέρα». Δεν ανησύχησε. Άφησε το πλεκτό της στην καρέκλα, πλησίασε. «Δεν φαντάζομαι να βγεις πάλι», μου είπε, «βράδιασε και θα κρυώσεις και θα σου κόψω βεντούζες». Έτρεμα τις βεντούζες.

 

Μου είχε κοπεί το αίμα λοιπόν, έσκυβα πάνω από τα τετράδιά μου, έσκυβα πάνω από τα βιβλία μου, είχε νυχτώσει και άκουγα βήματα στο δρόμο και έλεγα μέσα μου πως ο κόμης Μοντεχρίστος περνούσε και εξέταζε τα σπίτια. Ήθελε να δει από πού θα μπορούσε να μπει και να κάνει ό,τι ήθελε, δηλαδή να φτάσει ως την ξαδέρφη μου τη Χρυσάνθη, γιατί αν δεν ήθελε καφέ και δεν είχε όρεξη να φάει, θα είχε πολλά να πει με τον θείο, που είχε φτάσει ως το Παρίσι και είχε συναντήσει τον Μέγα Ναπολέοντα, τον ελευθερωτή των λαών, τον τιμωρό της εκμετάλλευσης. Διάβαζα για τη μάχη του Μαραθώνα, αλλά έβλεπα τους Πέρσες να κουβεντιάζουν, σχεδιάζοντας να μετακινηθούν λίγο πιο πέρα για να κυνηγήσουν τον κόμη Μοντεχρίστο και να του πάρουν το κεφάλι, οπότε δεν θα κινδύνευε η Χρυσάνθη. Επειδή όμως οι Πέρσες ήταν άχρηστοι στη μάχη του Μαραθώνα, είχα τις ελπίδες μου στον αρχηγό των Αθηναίων, στον στρατηγό Μιλτιάδη, που ήταν ένα παλικάρι ως εκεί πάνω και ύψωνε την ασπίδα του και δεν χαμπέριζε μύγα στο σπαθί του. Με άλλα λόγια, κανένα ξίφος, καμία κάπα, κανένα μουστάκι δεν μπορούσαν να του κάμουν το παραμικρό. «Εμπρός, στρατηγέ Μιλτιάδη», έλεγα μέσα μου, «άφησε μια στιγμή τους Πέρσες, που έτσι και αλλιώς είναι χαμένοι και μάζεψε τον κόμη Μοντεχρίστο να μην πάει στη Χρυσάνθη».

 

Ύστερα με έπιασε τρομάρα. Ήταν η ώρα που η μητέρα άφηνε το πλέξιμο για την επόμενη μέρα και ερχόταν πάνω από το κεφάλι μου. «Διάβασες;» ρωτούσε τέτοια ώρα. Έπρεπε να πω «ναι», αλλιώς μου έλεγε: «Μην κουνηθείς από τη θέση σου ίσαμε να τελειώσεις το διάβασμα. Ακούνητος!» Και αν της έλεγα «ναι», η μητέρα έλεγε: «Δώσε μου το βιβλίο να δούμε τι γράφει και να δούμε τι διάβασες». Ήταν λοιπόν η ώρα. «Διάβασες;» με ρώτησε. «Ναι», απάντησα. «Τότε, πες μου τι διάβασες». Της είπα πως οι Πέρσαι είχον λάβει θέσιν με τα νώτα εις την θάλασσαν, επειδή είχον εξέλθει από τα πλοία των, ενώ οι Αθηναίοι είχον ενισχύσει τα άκρα της παρατάξεώς των, ενώ εις το μέσον υπήρχε αραιά διάταξις, ενώ οι Πέρσαι εθεώρουν την μαζικήν παρουσίαν των συμφερωτέραν, ενώ ο στρατηγός Αϊζενχάουερ, στη μάχη της Νορμανδίας είχεν ακολουθήσει τον σχηματισμόν της αθηναϊκής παρατάξεως, ενώ οι Γερμανοί…» «Αυτό δεν το λέει το βιβλίο», είπε η μητέρα. «Μας το είπε όμως ο κύριος καθηγητής της Ιστορίας στην τάξη, με την ευκαιρία της επίσκεψης του στρατηγού Αϊζενχάουερ στην πατρίδα μας». «Και μετά;» ρώτησε η μητέρα.

 

Τότε άκουσα βήματα έξω από το σπίτι μας και σκέφτηκα πως ο κόμης Μοντεχρίστος περνούσε βιαστικός για να πάει δίπλα, στο σπίτι του θείου και να μπει από το παράθυρο. Δηλαδή να μπει από το παράθυρο στο δωμάτιο της ξαδέρφης μου της Χρυσάνθης. «Ποιος περνάει τέτοια ώρα;» ρώτησα τη μητέρα. «Εσένα τι σε νοιάζει», είπε εκείνη. «Να πάω τις κάλτσες του θείου;» ρώτησα, αν και σκεφτόμουν πως εφόσον συναντούσα τον κόμη Μοντεχρίστο στο δρόμο ή στο σπίτι του θείου, θα έπρεπε να κρατούσα και εγώ ξίφος, να τον καλέσω σε μονομαχία. Η Χρυσάνθη, πάντως, μου έλεγε να έχω το νου μου, ο θείος κλείδωνε την εξώπορτα και μαντάλωνε τα παράθυρα. Μόνο το καλοκαίρι που ο ήλιος έψηνε την πέτρα, κούφωνε τα παντζούρια για να γίνεται δροσιά, τώρα όμως ήμαστε ακόμα στον χειμώνα. Είχε πάντως καλοκαιρία και μπόρεσε να φτάσει ο κόμης Μοντεχρίστος, γιατί αν έβρεχε θα κουραζόταν από το βάρος της κάπας του, που θα μούσκευε από τη βροχή, δίχως να λογαριάσουμε τις λακούβες του δρόμου, όπου σίγουρα θα στραβοπατούσε. «Να πάω;» ξαναρώτησα. «Να κάτσεις εδώ και να μου πεις τι λέει παρακάτω το βιβλίο», είπε η μητέρα. «Το βιβλίο λέει πως μόλις εξεδηλώθη η επίθεσις των Περσών, τα ελληνικά στρατεύματα υπεχώρησαν κατά τάξιν καταδιωκόμενα υπό των Περσών. Τότε τα δύο άκρα της ελληνικής παρατάξεως έκλινον προς το κέντρον και οι Πέρσαι ευρέθησαν εγκλωβισμένοι και υπέστησαν πανωλεθρίαν, μη δυνάμενοι να επιστρέψωσιν εις τα ναυλοχούντα πλοία των και πολλοί εύρον τον θάνατον. Τότε ο Κυναίγειρος…» «Μη φωνάζεις», με διέκοψε η μητέρα, «σε ακούω».

 

Φώναζα για να με ακούει ο κόμης Μοντεχρίστος και να φοβηθεί, να φύγει, να πάει σε άλλη γειτονιά, μακριά από τη δική μας. Είχε να διαλέξει: τη γειτονιά του φίλου μου τού Βλαχόπουλου, που ο πατέρας του πουλάει γραφομηχανές, επισκευάζει πένες και μελανοδοχεία και έχει ένα τουφέκι κρεμασμένο στον τοίχο και όλο μας λέει να μην το πλησιάζουμε, αλλά να κάνουμε με το στόμα «μπαμ» και «μπουμ», όταν παίζαμε τους κατασκόπους και στήναμε τον ασύρματο. Και πρόσεξα πως δεν ακούγονταν βήματα και είπα μέσα μου «να που το κατάλαβε ο κόμης Μοντεχρίστος και ξεκουμπίστηκε». Ένα βάρος έφυγε από πάνω μου.

 

Την επόμενη μέρα είχε δύσει ο ήλιος. Η μητέρα είχε πλέξει τις κάλτσες του θείου.

-Γιατί δεν διαβάζεις; ρώτησε.

-Έχω διαβάσει, απάντησα.

-Φέρε το βιβλίο να δω τι διάβασες, είπε.

-Και τι θα μου δώσεις αν σου πω φαρσί όλα τα μαθήματα; ρώτησα.

-Τίποτα, τόνισε. Τίποτα!

-Να με αφήσεις να πάω τις κάλτσες του θείου, πρότεινα.

-Ασ’ τα αυτά, γέλασε η μητέρα. Δήθεν να πας τις κάλτσες, αλλά θα περάσεις και από το μαγαζί του Σαραφιάν και θα ξεχαστείς εκεί μέσα χαζεύοντας και θα ψάχνω να σε βρω νυχτιάτικα.

-Σου ορκίζομαι, μούτρωσα, πως θα πάω στο θείο να του δώσω τις κάλτσες και θα γυρίσω αμέσως.

Η μητέρα με κοίταξε με περιέργεια. Ευτυχώς δεν μου είχε πάρει λόγια και δεν ήξερε για τη Χρυσάνθη. Ούτε βέβαια η Χρυσάνθη είχε πει κάτι στον πατέρα της. Ούτε είχα πει κάτι για τη Χρυσάνθη στους Τρεις Σωματοφύλακες και στον ντ’ Αρτανιάν. Ο κόμης Μοντεχρίστος όμως, αυτός ο άνθρωπος που ειχε δραπετεύσει από την άδικη φυλακή, που είχε κάνει τόσα κατορθώματα, όχι μόνο ήξερε, αλλά μπορούσε με το σπαθί του να μου πάρει τη Χρυσάνθη στην αναμπουμπούλα του αγώνα του υπέρ των ταπεινωμένων και καταφρονεμένων, θα την γοήτευε.

-Τι αγάπες σε έπιασαν με το θείο σου, απόρησε η μητέρα.

-Θέλω να μου δώσει ένα βιβλίο η Χρυσάνθη, είπα και έτρεμα, αλλά παρίστανα τον αδιάφορο.

-Ποιο βιβλίο, συνέχισε η μητέρα.

-Τον «Κόμη Μοντεχρίστο», απάντησα αμέσως.

Και επειδή η κυρία Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου μπορεί να είχε γράψει τον δικό της Κόμη Μοντεχρίστο, συμπλήρωσα:

-Τον «Κόμη Μοντεχρίστο» του Αλεξάνδρου Δουμά.

 

Βγήκα τρέχοντας από το σπίτι σφίγγοντας στην αγκαλιά μου τις κάλτσες του θείου. Ήταν μάλλινες, πλεγμένες με τρεις βελόνες, μάλλινες κάλτσες φορούσε ο θείος χειμώνα καλοκαίρι, χτύπησα την πόρτα και ακούστηκε η φωνή του θείου να ρωτάει «ποιος είναι» και να σβύνει το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο.

-Εγώ είμαι, θείε, σου έφερα τις κάλτσες σου.

-Πήγαινε να ανοίξεις, είπε ο θείος στη Χρυσάνθη, είναι ο Φίλιππος με τις κάλτσες μου.

Και η Χρυσάνθη ροβόλησε τη σκάλα και άνοιξε την πόρτα διάπλατη και η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει και μου πήρε τις κάλτσες από τα χέρια, αλλά ώσπου να τις πάρει τα χέρια της μπλέχτηκαν με τις κάλτσες και με τα δικά μου χέρια. Και τα δικά μου χέρια ήταν μπλεγμένα με τις κάλτσες και επιτέλους τα χέρια μας μπλέχτηκαν και η Χρυσάνθη ήταν πολύ όμορφη.

-Ήρθε ο κόμης Μοντεχρίστος; τη ρώτησα.

-Είναι πάνω, μου είπε.

-Είναι πάνω; είπα και μου είχαν κοπεί τα πόδια.

-Το βιβλίο, είπε η Χρυσάνθη.

Και τότε ακούστηκε η φωνή του θείου:

-Πού είσαστε επιτέλους;

Και η φωνή του ήταν βαριά και έπεσε σαν σίδερο μπροστά μας και η Χρυσάνθη φοβήθηκε και έκλεισε την πόρτα με δύναμη –μπαμ!- και ανεβήκαμε τρέχοντας τη σκάλα και στο σαλόνι καθόταν ο θείος και διάβαζε την εφημερίδα του και έπινε τον καφέ του πολλά βαρύ και λίγο με καϊμάκι και κάπνιζε το επόμενο τσιγάρο του. Και η Χρυσάνθη του έδωσε τις κάλτσες του και έτρεξε μετά στο μέσα δωμάτιο και μου έφερε το βιβλίο και η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, κόντευα να κατουρηθώ από την αγωνία μου.

-Διαβάζεις τα μαθήματά σου; ρώτησε ο θείος.

-Διαβάζω, θείε, μουρμούρισα και η καρδιά μου χτυπούσε και ήμουν έτοιμος να κατουρηθώ από την αγωνία μου.

Πήρα το βιβλίο και προχώρησα στη σκάλα. Η Χρυσάνθη είχε σταθεί στο κεφαλόσκαλο και μου φώναξε:

-1821, όπως το 1821 έγινε η Επανάσταση.

Τρέχοντας έφτασα στο σπίτι.

-Γύρισες! απόρησε η μητέρα.

 

Η Χρυσάνθη μου είχε υποσχεθεί ότι θα έγραφε κάτι στο βιβλίο, μια έκπληξη. Σε δύο διαφορετικές σελίδες. Σε ποιες σελίδες; Πού θα το έγραφε στη μια και στην άλλη σελίδα; Πέρασα όλο το βράδυ να σκέφτομαι. Και είχε νυχτώσει και η μητέρα κοιμόταν, αλλά υπήρχε φως από το καντήλι και σηκώθηκα στα νύχια, πήρα το βιβλίο πάνω από το τραπέζι, βρήκα τη σελίδα 18, «σε αγαπώ», διάβασα. Και ύστερα βρήκα τη σελίδα 21, «και θα σε αγαπώ πάντα», διάβασα. Και η καρδιά μου χτυπούσε άτσαλα. Και γύρισα στο κρεβάτι μου και κουκουλώθηκα. Αλλιώτικη ήταν η επόμενη μέρα!

 

 

 

Συνεννόηση εντός νεκροθαλάμου

 

Στην κηδεία μου ήρθε η Χρυσάνθη. Μπήκε στον νεκροθάλαμο, έσκυψε πάνω μου και με κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της. «Α, καλέ μου», μελαγχόλησε, «κρύο σε βλέπω, έξω καίει ο ήλιος, είμαι ιδρωμένη, ήρθα με τα πόδια, γίνεται διαδήλωση». Άνοιξα τα μάτια μου για να αντιληφθεί πως την είδα. «Οι άλλοι είναι έξω», είπε. Έκλεισα τα μάτια, δεν θα άντεχα την κατήφεια του αποχαιρετισμού. «Θα έρθουν», συνέχισε, «εσύ να παριστάνεις τον πεθαμένο». «Ποιοι απουσιάζουν;» ενδιαφέρθηκα, παραμένοντας ακίνητος. «Η μητέρα σου και ο πατέρας σου δεν ήρθαν», ψιθύρισε η Χρυσάνθη και κάθισε στην καρέκλα, τοποθετημένη στο πλάι του φέρετρου. «Δεν θα πρόλαβαν να βγουν στο δρόμο», συνέχισε. «Θα μπορούσαν να έρθουν με το επόμενο λεωφορείο», σχολίασα. «Με το παετόνι θέλεις να πεις», εξήγησε η Χρυσάνθη, «αλλά το έχει πεταμένο σε μιαν άκρη ο Φιλιππογιάννης, δεν πρόλαβε να το συμμαζέψει, τον πλάκωσε ο σεισμός, η χήρα του ήρθε όμως. Εξάλλου, η φοράδα ψόφησε, πάνε χρόνια». Τότε, είπα μέσα μου, να καθυστερήσουμε την εξόδιο ακολουθία, να στρώσουμε τραπέζι, να προλάβουν να έρθουν οι γονείς μου, οι συγγενείς και οι φίλοι να φάμε και να πιούμε, να υποσχεθούμε αμοιβαίως αιωνία η μνήμη. Στην κεφαλή να καθίσει ο πατέρας, η μητέρα να σερβίρει, να είναι η πόρτα του σπιτιού ανοιχτή μήπως περάσει ο φτωχός και τον καλέσουμε στη συντροφιά. Η μητέρα είναι εξαιρετική μαγείρισα, ο πατέρας έχει μαζέψει τα καλύτερα κρασιά, το μεγάλο τραπέζι στο σαλόνι χωράει δεκαπέντε άτομα, είκοσι αν στριμωχτούμε. Να πάρει φόρα και ο Διονυσάγγελος να τραγουδήσει «Τούτ’ η γη που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε». Δεν πειράζει λοιπόν αν η κηδεία γίνει αύριο. «Βγάλ’το από το μυαλό σου», γέλασε η Χρυσάνθη, «κλείσαμε τη χορωδία για σήμερα, ο παπάς δεν θέλει να ξεπέσει μια παρτίδα, όλα είναι τακτοποιημένα, αν χάσεις τη σειρά σου δεν πρόκειται να την βρεις αύριο, ουρά οι πεθαμένοι από τη ζέστη και τη διαδήλωση, θα διαμαρτυρηθούν». Βάρυνε η ψυχή μου: θα φύγω δίχως να με δουν οι γονείς μου, δίχως να τους αφήσω παραγγελία. «Τι θα τους πεις;» ενδιαφέρθηκε η Χρυσάνθη, «καλύτερα να περιμένεις να ακούσεις τι θα σου πουν εκείνοι». Τρόμαξα: τέτοιες ώρες λέγονται τα κρυφά, τα ανείπωτα, τα πλακωμένα και ποδοπατημένα, τα αξεχείλωτα και τα αναπάντητα. «Αυτοί ξέρουν», συμπλήρωσε η Χρυσάνθη. «Τι ξέρουν;» πετάχτηκα. «Ξέρουν μήπως πως εσύ στα δεκαεφτά σου και εγώ στα δεκαπέντε μου αγκαλιαζόμαστε; Ξέρουν πως με έσφιγγες στην αγκαλιά σου και τα χέρια μου μάθαιναν και θέριζαν, αλώνιζαν, λίχνιζαν, μάζευαν το στάρι σου και δεμάτιαζαν τα σανά σου, επειδή τα στάχυα είχαν θρέψει και ήταν στην εποχή τους; Ξέρουν πως ο μύλος μου άλεθε το στάρι σου και εσύ έβαζες το ζυμάρι, έπλαθες το ψωμί σου, το άφηνες να φουσκώσει, το φούρνιζες και το τρώγαμε ζεστό, έκοβες μπουκιές που βουτούσαμε στο μέλι;» Η Χρυσάνθη σκούπισε τα μάτια της. Τα δικά μου ορθάνοιχτα, επειδή άκουγα τους ήχους της νύχτας, που ήταν από τα τριζόνια των βημάτων της Χρυσάνθης, από τους κούκους των ψιθύρων της, από τη ροή της ποταμιάς της, από τα πηδηματάκια των βατράχων στις υγρές λακούβες της. Και τι μυρουδιές. Μυρουδιές πρώτης εξαδέλφης. «Μην κλαίς», είπα, «αγκάλιασέ με. Έτσι όπως είσαι. Με τα ρούχα σου. Θα γδυθούμε αργότερα».

 

Σηκώθηκα και φύγαμε. Στην έξοδο του νεκροθαλάμου ήταν το παετόνι με τον Φιλιππογιάννη στη θέση του αμαξά, με τη φοράδα ξεστρισμένη, τα χάμουρα γυαλισμένα. Στο σπίτι είχαν φτάσει οι γονείς μου, είχαν μαζευτεί οι συγγενείς και οι φίλοι, η μητέρα σερβίριζε και ο πατέρας γέμιζε τα ποτήρια, από την πόρτα που ήταν ανοιχτή είχαν περάσει οι φτωχοί που έτρωγαν στο τραπέζι μας σαν στο σπίτι τους. Και όταν ο Διονυσάγγελος έσπρωξε την καρέκλα του στην άκρη και άρχισε να τραγουδάει

«χρυσ’ άνθη σαν εμύρισα,

στον πάνω κόσμο γύρισα

για να μου πεις και άλλη μιας

όσ’ σ’ αγαπώ πως μ’ αγαπάς»,

η Χρυσάνθη έσκυψε στο αυτί μου, «τώρα να φύγουμε», είπε, «να προλάβουμε να βγάλουμε τα ρούχα μας». Είχα φορέσει τα ρούχα μου όταν ο νεκροθάφτης με έσπρωξε στο φέρετρο: η Χρυσάνθη με είχε ντύσει με τα χέρια της. Είχε προλάβει να βάλει το ζυμάρι, είχε πλάσει το ψωμί της, το είχε αφήσει να φουσκώσει, το είχε φουρνίσει, το τρώγαμε ζεστό, έκοβε μπουκιές που βουτούσαμε στο μέλι.  «‘Ωρα να γυρίσω», είπε η Χρυσάνθη και ίσιωσε το φόρεμά της. «Ώρα να γυρίσω και εγώ», είπα, «να έρθουν οι άλλοι, θα παρασταίνω τον πεθαμένο».

 

Περνούσαν οι άλλοι με τη σειρά. Τους άκουγα: «Να προλάβουμε να πάμε και στη Χρυσάνθη!»

 

 

 

 

 

 

 

____________________________________________

 

Ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής γεννήθηκε το 1940 στη Χαλκίδα. Ο πατέρας του, ενεργό μέλος της Εθνικής Αντίστασης, εκτελέστηκε τον Απρίλιο του 1944. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και του Πανεπιστημίου του Μονπελλιέ Paul Valéry (Montpellier III) έλαβε διδακτορικό δίπλωμα για τη διατριβή του Οι φιλόσοφοι της ελληνικής Αρχαιότητας και οι πηγές τους στα Δοκίμια του Μισέλ ντε Μονταίνι.

 

Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1962 και έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα, νουβέλες και συλλογές διηγημάτων.

 

Το δοκιμιακό έργο του αναφέρεται σε σύγχρονα προβλήματα, όπως η πολιτική του τρόμου στον 20ο αιώνα (Ο Φεβρουάριος αιών), η εξέλιξη της λογοτεχνίας από την Αναγέννηση ως τις μέρες μας (Παραμύθι της λογοτεχνίας), οι αλλαγές που κομίζει η τεχνολογία στην αντίληψη της προσωπικής και συλλογικής ιστορικής μνήμης (Μνήμη και μνήμη), η αντιμετώπιση του ερωτήματος τι; ως υποχρέωσης του σκέπτεσθαι (Λόγος ερειπίων).

 

Οι μεταφράσεις του, από τα γαλλικά και ισπανικά, φέρνουν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό τα πλήρη και σχολιασμένα κείμενα του Μισέλ ντε Μονταίνι (Δοκίμια), του Φρανσουά Ραμπελαί (Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ), του Μπαλτάσαρ Γκρασιάν (Χρησμολόγιο και τέχνη της φρόνησης, Ο Ήρωας), του Φερνάντο Πεσσόα (Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καγιέιρο), του Χουάν Ρούλφο (Η πεδιάδα στις φλόγες). Επιπλέον, μετέφρασε για το Θέατρο Τέχνης- Κάρολος Κουν το έργο του Ραμόν Μαρία δελ Βάγιε Ινκλάν Θεϊκά λόγια.

 

Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, Ιππότης της Τάξης Τεχνών και Γραμμάτων της Γαλλίας, Ιππότης της Τάξης της Ισαβέλλας της Καθολικής (Ισπανία), μέλος της Ελληνικής Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας, β’ κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1981), συνεργάστηκε και συνεργάζεται με λογοτεχνικά έντυπα, αρθρογραφεί και παρουσιάζει βιβλία Ελλήνων και ξένων συγγραφέων και στοχαστών σε περιοδικά και εφημερίδες.

 

Είναι γνώστης της γαλλικής, αγγλικής και ισπανικής γλώσσας.

 

 

 

Articles similaires

Tags

Partager