Ιωάννα Ελευθερίου

 

 

(ΗΠΑ)

 

 

 

Πορεία Επαναστροφής

 

Έβλεπα στη Λεμεσό κάθε τόσο μια ταμπέλλα που έγραφε “Πορεία Επαναστροφής,” κι από κάτω, στα αγγλικά, WAY BACK. Η ταμπέλλα αυτή έδειχνε προς τον βορρά, κι όπως όλες τις ταμπέλλες οδικής κυκλοφορίας, έφερε έναν ασημένιο τόξο με μαύρο περίγυρο. Ήταν τοποθετημένη πάνω στην τσιμεντένια νησίδα φυτεμένη με πικροδάφνες, που χώριζε της λωρίδες του παραλιακού δρόμου Λεμεσού. Για αρκετά χρόνια, περνούσα την ταμπέλλα όταν επέστρεφα στο χωριό μου, την Ασγάτα, από το φροντιστήριο όπου εργαζόμουν σαν καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας. Αναρωτιόμουν τί άραγε να εννοούσε η ταμπέλλα αυτή, με τον τόξο να δείχνει προς μια πάροδο στενή κι ασήμαντη, που είχε από τη μια πλευρά της ένα περίπτερο με τουριστικά είδη και από την άλλη, έναν οπτικό ή μια παγωταρία. Κάθε φορά που την έβλεπα, διερωτώμουν προς τα που θα επέστρεφε κανείς αν την ακολουθούσε. Όμως, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, η απορία είχε φύγει απ’ τη σκέψη μου, και ποτέ δεν έκανα τον κόπο να ρωτήσω κανέναν Λεμεσιανό για τον μυστήριο για μένα ΠΟΡΕΊΑ ΕΠΑΝΑΣΤΡΟΦΉΣ.

Εικάστηκα, όμως, πως αφού το πίσω μέρος του τόξου έπεφτε απ’ τη μεριά της θάλασσας, κι η μπροστινή έτεινε προς τη μεριά του βορρά, θα έπρεπε άρα να αποτελεί μήνυμα πολιτικό. Βλέπετε, η Κύπρος είναι ανεξάρτητο κράτος που το βόρειο τμήμα του τελεί υπο τουρκικής κατοχής από το 1974. Η Τουρκική εισβολή της 20 Ιουλίου 1974 κατέληξε σε διαμελισμό του νησιού, με τη «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου», αναγνωρισμένη μόνο από την Τουρκία, στο βορρά, και την παγκοσμίως αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία στον νότο. Μια λύση του Κυπριακού, όπως συνηθίζεται να λέγεται, έχει επιχειρηθεί από αμέτρητους αξιωματούχους των Ηνωμένων Εθνών, αλλά ακόμα εκκρεμεί.

Έτσι, ενώ το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας αναγνωρίζει επίσημα τρείς γλώσσες, την ελληνική, την αγγλική, και την τουρκική, τα σήματα κυκλοφορίας στις ελεύθερες περιοχές γράφονται στα ελληνικά και αγγλικά μόνο. Η μητρική μου γλώσσα είναι τα αγγλικά, ενώ τα ελληνικά μου είναι αρκετά καλά – τόσο καλά μάλιστα, που συχνά ξεχνώ πως είμαι ξενόγλωσση και το μυαλό μου αναλύει τις άγνωστες ελληνικές λέξεις και βγάζει άμεσα συμπεράσματα, χωρίς να προσέξει πως στην πραγματικότητα, τη λέξη δεν την γνωρίζω. Έτσι και με την «επαναστροφή». Στην απουσία συμφραζόμενων, με εξαίρεση την τοποθεσία του τόξου στην τουριστική περιοχή της Λεμεσού, και τη λέξη ΠΟΡΕΙΑ να δείχνει προς το κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού, έφτασα πολύ γρήγορα στο συμπέρασμα ότι το μήνυμα ήταν πολιτικό, κι ότι η εισβολή και κατοχή της Κύπρου αποτελούσε τα απόντα συμφραζόμενα. Στην Κύπρο, η ανοιχτή πληγή της εισβολής και κατοχής είναι πανταχού παρούσα. Με τα πρώτα μου βήματα στο νησί το 1988, έβλεπα παντού της λέξεις ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ, στα τετράδια, στους δρόμους, στα γραμματόσημα. Έμαθα να συμπληρώνω αυτή την αόριστη φράση με το γεγονός της κατεχόμενης γης, που τότε δεν μπορούσε κανένας Ελληνοκύπριος καν να την επισκεφτεί ούτε σαν τουρίστας στον ίδιο του τον τόπο.

Το σύνθημα ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ εμφανιζόταν τακτικά στην τηλεόραση μετά από τις διαφημίσεις, όταν για δυο η τρία λεπτά ο σταθμός έδειχνε πλάνα κατεχόμενων χωριών συνοδευόμενα με θλιμμένη μουσική ή αντικατοχικά τραγούδια. Δείχνανε και το Καρπάσι κάποτε, με την όμορφη και εύφορη γη του. Πάνω στη χερσόνησο της Καρπασίας, βρίσκεται το μοναστήρι του Απόστολου Ανδρέα, στο ομώνυμο ακρωτήρι, που εξέχει από το νησί σαν την κάννη όπλου που στοχεύει προς ένα σημείο στα σύνορα Τουρκίας και Συρίας, που σύμφωνα μ΄ έναν χάρτη που βρήκα στο διαδίκτυο, απέχει εκατό είκοσι χιλιόμετρα από την άκρη της Κύπρου.

Σε κάθε γράμμα που στέλναμε, προσθέταμε κι ένα γραμματόσημα ενός λεπτού, που έγραφε πάνω του το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ, και τα έσοδα του οποίου πήγαιναν στους πρόσφυγες, που είχαν χάσει τα πάντα στην εισβολή. Το ίδιο σύνθημα το έβλεπα και σε πινακίδες στο δρόμο, που έδειχναν τα κατεχόμενα ματωμένα, με τον αριθμό των αγνοουμένων γραμμένο από κάτω, 1,609.

Το απόν αντικείμενο της πρότασης ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ είναι πάντα οι πρόσφυγες, η κατεχόμενη γη, η πληγή της εισβολής που ακόμα αιμορραγεί. Σε προσευχές και σε διαδηλώσεις, σε γιορτές και σε συλλαλητήρια, στην Κύπρο δεν λείπει ποτέ η ευχή «του χρόνου στην Κερύνεια,» όπως ιστορικά κι οι εβραίοι έλεγαν «του χρόνου στα Ιεροσόλυμα!»

Συμπέρανα επίσης πως στην μυστήρια ταμπέλλα, προσέθεσαν τα αγγλικά για τους τουρίστες, έτσι ώστε το μήνυμα αντίστασης να έχει και διεθνές ακροατήριο. Και ήταν γι’ αυτό εντελώς  ασυνείδητα που συμπλήρωσα την ασάφεια της ταμπέλας στην τουριστική με το αντικείμενο του πολιτικού προβλήματος, και υπέθεσα πως η επαναστροφή της πορείας θα ήταν φυσικά στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου. Δημοσίευσα  σε Αμερικάνικο λογοτεχνικό περιοδικό κι ένα δοκίμιο που αναφέρθηκε στην λανθασμένη μου ερμηνεία της ταμπέλλας, κι όταν υπέγραψα συμβόλαιο δημοσίευσης έγραφε κι ότι είχαν ελέγξει την ορθότητα των δεδομένων. Το λάθος μού, βέβαια, δεν το ανίχνευσαν, και παραμένει το κείμενο με το σφάλμα τυπογραφημένο.

Εργάστηκα στο φροντιστήριο τρία χρόνια, και το 2005 αποφάσισα να επιστρέψω στη γενέτειρά μου Αμερική να κάνω μεταπτυχιακές σπουδές. Με τον καιρό, ξέχασα τις λεπτομέρειες της ταμπέλλας. Παρά την αμυδρή μου μνήμη όμως, επέλεξα το σύνθημα, όπως τη θυμόμουνα, για τον τίτλο του βιβλίου μου, που αφηγείται τις εμπειρίες μου σαν μικρό Αμερικανάκι που ο πατέρας του ήθελε να επιστρέψει στο νησί του. Το πολιτικό μήνυμα σε μορφή σήματος κυκλοφορίας απέδιδε με ακρίβεια την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Κύπρου, όπου το γεγονός της εισβολής και κατοχής φαντάζει πάντα σε κάθε φάσμα της ζωής όλων των Κυπρίων, είτε είναι πρόσφυγες είτε όχι. Κατόπιν, τηλεφώνησα την κολλητή μου και της ζήτησα να μου βγάλει τη ταμπέλλα φωτογραφία. Σύντομα την βρήκε τη ταμπέλλα η φίλη μου, ωστόσο δίστασε να μου αποκαλύψει την αλήθεια – στα ελληνικά, οι λέξεις πορεία επαναστροφής εννοούν απλά πως η μικρή πάροδος αποτελούσε τον πιο σύντομο τρόπο να επιστρέψει κανείς από την τουριστική περιοχή στο κέντρο της Λεμεσού. Ποιο σκοπό υπηρετεί μια τέτοια ταμπέλλα δεν έχω καταλάβει ακόμη, αλλά οι φίλοι μου Λεμεσιανοί μου επιβεβαιώνουν πως ο σκοπός της είναι σημαντικός. Αυτό που έχω καταλάβει είναι πως ενώ η επιστροφή σημαίνει return, δηλαδή καταλήγω εκεί που ξεκίνησα, η αναστροφή διαφέρει, και εννοεί μια άμεση μετακίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση—όπως κάνει ένα αυτοκίνητο που αλλάζει πορεία. Η επαναστροφή είναι συνώνυμο, με το επ να τονίζει την αλλαγή κατεύθυνσης και η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως όπως στα αγγλικά το U-turn.

Όταν έμαθα το λάθος μου, αποφάσισα πως αξίζει την ταπείνωση που μου επιφέρει, και θα κρατήσω τον τίτλο του βιβλίου όπως είναι. Είχα παρερμηνεύσει την ταμπέλλα όχι μόνο διότι έμαθα τα ελληνικά σαν ξένη γλώσσα, αλλά επειδή το τραύμα της εισβολής είχε διεισδύσει τόσο βαθιά και οριστικά μέσα στη ψυχή τη δική μου, και την συλλογική ψυχή όλου το τόπου. Στην Κύπρο, όταν τα συμφραζόμενα λείπουν, το νόημα βγαίνει από την ιστορία, και συγκεκριμένα από την ιστορική στιγμή όταν η Κύπρος μοιράστηκε στα δυο. Το τραύμα της εισβολής γέννησε μια ρητορική πόνου κι αντίστασης που συνδέεται τόσο ριζικά με τη κάθε σκέψη του κάθε κυπρίου, που το λάθος μου δεν παραξένησε κανέναν Κύπριο που έχει ακούσει τη μικρή μου ιστορία.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, έχω αλλάξει δραματικά τα περιεχόμενα του βιβλίου μου, και συνεχίζω να επεξεργάζομαι το κείμενο με μεράκι – αλλά ο τίτλος παραμένει. Κράτησα την παρερμηνεία, και θα κοσμήσει το εξώφυλλο αφού ολοκληρωθεί κι εκδοθεί το έργο. Η παρερμηνεία μου λειτουργεί όχι μόνο σαν έκφραση της ζωής σε μια χώρα με ανοιχτή πληγή, αλλά και της ζωής σε μια ξένη γλώσσα. Όλοι όσοι μιλούν με άνεση μια δεύτερη γλώσσα ζουν τακτικά τέτοιες στιγμές, που μια μικρή διαφορά μιας λέξης αλλάζει εντελώς το νόημα, χωρίς εμείς να εντοπίζουμε την αλλαγή. Μόλις προχτές έμαθα πως για χρόνια όταν ήθελα να πω πως συνιστώ μια τακτική, έλεγα να την συστήσω, διότι στα αγγλικά η συστατική επιστολή λέγεται recommendation letter, κι υπέθεσα πως συστήνω θα πει recommend, όχι introduce.

Όταν ζει κανείς έναν «βίο σε μετάφραση», γνωρίζει πως σε οποιαδήποτε στιγμή, μπορεί να λέει κάτι χαζό, η παράξενο, ή γραμματικά μη ορθό, και να μην το ξέρει. Ο μεταφρασμένος βίος υποχρεώνει εμάς τους δίγλωσσους να δεχόμαστε ότι συνεχώς μας διαφεύγουν υπονοούμενα και αστείες ειρωνείες, ενώ κάποτε προσθέτουμε κατά λάθος νοήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Κάνουμε λάθη, και οι συνομιλητές μας βγάζουν το νόημα που θέλαμε, κάποτε διορθώνοντάς μας και κάποτε χαμογελώντας σιωπηλά – και το ανεχόμαστε όλο αυτό, σαν παιδάκια.

Θα ήθελα να πίστευα πως μου βαθαίνει την αρετή της ταπεινότητας, αλλά αμφιβάλω γι’ αυτό. Ξέρω μόνο πως ενώ η διγλωσσία είναι μεν μεγάλο δώρο, δεν είναι χωρίς τίμημα—μου δυσκολεύει την επικοινωνία, ακόμα με αγγλόφωνους, αφού η γνώση που έχω της ελληνικής κατοικεί μέσα στα αγγλικά μου, και συχνά βγαίνει απ’ το στόμα μου μια μεταφρασμένη παροιμία ελληνική, που στ’ αγγλικά ακούγεται εξωτικό και παράξενο.

Ελπίζω με όλη μου τη ψυχή πως για τους Κύπριους πρόσφυγες, σύντομα θα βρεθεί λύσει που θα τους αφήσει να επιστρέψει στα σπίτια τους. Αλλά για δίγλωσσους σαν εμένα, επιστροφή δεν υπάρχει—δεν μπορούμε να γυρίσουμε σ’ έναν καιρό που μιλούσαμε απλά, που σκεφτόμαστε με τις λέξεις μιας μόνο γλώσσας. Η ελληνική γλώσσα έχει δεθεί τόσο στενά με τη ζωή μου, που νιώθω την ανάγκη να επιστρέφω κάθε χρόνο σε μια Κύπρος όπου παλεύω να γίνω κατανοητή, και καθημερινά, ακόμα και στην Αμερική, παρακολουθώ ελληνόφωνο ραδιόφωνο με τη γνώση ότι παρακούω και παρερμηνεύω αμέτρητους στίχους. Πορεία επαναστροφής προς τη ζωή μου σαν μια απλή Αμερικανίδα δεν υπάρχει. Εδώ θα παραμείνω για πάντα, βυθισμένη στα πονηρά πλούτη του βίου του μεταφρασμένου.

 

 

 

Θασίτικος Χορός

 

Όταν ήμουν κοριτσάκι σε μια παροικία ομογενών της Νέας Υόρκης, οι δασκάλες της ελληνικής γλώσσας με τρόμαζαν. Εύκολα για τα παιδιά με γονείς ελληνόφωνους, τα μαθήματα από το βιβλίο «Η Γλώσσα Μου» υπήρξαν για μένα μια τυραννία γραμματικής, που ποτέ δεν μπορούσα να εμπεδώσω. Ωστόσο μετά από χρόνια, έφεραν καρπό οι κόποι μου, και σαν ενήλικας πια με μια αρκετά καλή γνώση της ελληνικής, εργάζομαι σε μια δουλειά που τη λέω η καλύτερη δουλειά του κόσμου. Περνώ κάθε Ιούνη διδάσκοντας Νέα Ελληνικά σε Αμερικανούς συγγραφείς που έρχονται να μείνουν για λίγο στην Ελλάδα, να βυθιστούν ψυχικά σε έναν αλλιώτικο τόπο, και να ακονίσουν την τέχνη του λόγου.

Μελετούμε λογοτεχνία αμερικάνικη κυρίως, που έχει σαν θέμα την Ελλάδα, με σκοπό να τη μιμηθούμε, και να παράγουμε τα δικά μας κείμενα. Εκτελούμε το έργο αυτό στο νησί της Θάσου, έναν τόπο Βαλκανικό, με γκρίζα πέτρινα σπίτια και απόκρημναa πευκοφυτεμένα βουνά που κατεβαίνουν μέχρι την άκρη του Αιγαίου. Το νησί της Θάσου πέφτει στη θάλασσα, έγραφε ο Αρχίλοχος, σαν του γαϊδουριού τη ράχη, ηδε δ’ ωστ’ ονου ραχις. Τα λατομεία της Θάσου προμήθευαν απ’ τα αρχαία χρόνο το μάρμαρο για αγάλματα που έχουν φτάσει, στις μέρες μας, μέχρι το Λούβρο. Σαν κατεβαίνουμε από το καράβι, βλέπουμε ακόμα τα φορτηγά να κουβαλάνε το μάρμαρο, με το λευκό του να αστράφτει στον καλοκαιρινό ήλιο. Μοιάζει η κάθε πλάκα με άγαλμα που ο γλύπτης δεν έσκυψε πάνω του ακόμα, σαν οιωνός των δικών μας άγραφων ποιημάτων.

Περνάμε ένα υπέροχο πρώτο βράδυ στην Αρχόντισσα, το όνομα του πανσιόν και της ταβέρνας που θα φιλοξενήσει την ομάδα μας για το μήνα. Το πρωί όμως, φτάνουν οι σπουδαστές στο μάθημά μου όχι με την έμπνευση ποιημάτων αλλά με μια επείγουσα ερώτηση:

–Πως μπορούμε να διασκεδάσουμε εδώ χωρίς να γινόμαστε ντίρλα στο μεθύσι κάθε βράδυ; Μας γεμίζουν συνεχώς τα ποτήρια!

Η ελληνική φιλοξενία, τους εξηγώ, απαιτεί πως θα προσφέρονται στον φιλοξενούμενο περισσότερα απ’ ότι θα μπορούσε ποτέ να θέλει. Όπως κι οι νότιες πολιτείες της Αμερικής, η Ελλάδα είναι ένας τόπος όπου η φιλοξενία είναι προσεχτικά χορογραφημένη, και επιβάλλεται να βρει κανείς τακτικές για να συμπεριφέρεται με ευγένεια, χωρίς όμως να παραφάει ή να μεθύσει.

–Αυτό που θα κάνετε, τους λέω, είναι να κρατάτε όλη νύχτα ένα γεμάτο ποτήρι κρασί, μέχρι να θέλετε να πάτε για ύπνο. Αφού χορτάσετε από ποτό, θα χορεύτε – όσες ώρες θέλετε – κρατώντας αυτό το ίδιο ποτήρι. Έτσι οι νοικοκυραίοι θα καθησυχάζονται κι εσείς θα ξυπνάτε έτοιμοι για να εργαστείτε το πρωί.

H συμβουλή αυτή με οδήγησε στον πρώτο σε μια σειρά μαθημάτων που κάνω για τις ελληνικές λέξεις που δεν έχουν αντίστοιχο στα αγγλικά. Ο λόγος που διδάσκω σε αρχάριους τις λέξεις αυτές, είναι επειδή οι λέξεις που δεν αποδίδονται ευκολά σε άλλες γλώσσες λειτουργούν σαν κλειδιά που ανοίγουν την καρδιά μιας γλώσσας. Ματαιώνονται οι προσπάθειες να τις μεταφράσουμε επειδή μέσα στις λέξεις, κρύβεται ένα πλέγμα ηθών και αξιών μιας κουλτούρας, που συνήθως ο ξένος κάνει χρόνια να τις αντιληφθεί. Μα η ίδια η προσπάθεια μετάφρασης των «αμετάφραστων» λέξεων τονίζει τις κρυμμένες αυτές αξίες και γνώσεις. Ξεκινώ λοιπόν με την ίδια τη φιλοξενία, που βγαίνει από το φιλώ (αγαπώ) τον ξένο—μια λέξη που αποδίδεται στα αγγλικά ή με τη λέξη stranger, ή foreigner, ή guest, ανάλογα με το αν εννοούμε αυτός  που είναι είτε άγνωστος σε μας, αυτός που κατάγεται από άλλη χώρα, ή ο φιλοξενούμενός μας. Στην δε αγγλική γλώσσα, η φιλοξενία λέγεται hospitality, λέξη συγγενική με το hostile, ή εχθρικό, που κατάγεται από το λατινικό hostis, που σημαίνει και εχθρός, και φιλοξενούμενος.  Ενώ οι Έλληνες περηφανεύονται για την ελληνική φιλοξενία, που και ετυμολογικά αποδεικνύει πως ο ελληνικός είναι λαός φιλεύσπλαχνος, που αγκαλιάζει τον διαφορετικό ή τον ταξιδιώτη άνθρωπο, παραλείπουν το γεγονός ότι η φιλοξενία από τα αρχαία χρόνια χειρίζεται ως εργαλείο με το οποίο ο παρέχων φιλοξενία υποχρεώνει τον φιλοξενούμενο. Η υποχρέωση μπορεί αργότερα να εκμεταλλευτεί για να επιβληθεί ο παρέχων φιλοξενία στον λήψαντα. Το να ταΐζεις τον ξένο δεν είναι απλά ευσπλαχνία, αφού δίνοντας φαγητό στον πιθανώς εχθρικό ξένο τον αφοπλίζω, γιατί μου οφείλει τώρα ένα χρέος.

Κι έτσι, προειδοποιώ τους σπουδαστές, όταν σας γεμίζουν οι νοικοκυραίοι τα ποτήρια χωρίς να ζητήστε και χωρίς να πληρώσετε, να είστε έτοιμοι να πληρώσετε αύριο ακριβά το μεσημεριανό σας. Σας έχουν υποχρεώσει.

Μετά από το μάθημα για τη φιλοξενία, βγάζουν τα τετράδια και περνάμε στην αλφάβητο. Καθώς τραγουδώ με την τάξη μου την αλφάβητο, ρεμβάζω ακόμα για τη φιλοξενία, και πως κι εγώ μπαίνω στον ίδιο χορό άθελά μου, ακόμα κι αν μαγειρεύω το περισσότερο φαγητό μου στο δωμάτιό μου. Κι εγώ πηγαίνω στην ταβέρνα και παραγγέλνω ένα ποτό, και νιώθω άβολα όταν μου προσφέρεται παραπάνω απ’ ότι έχω πληρώσει. Θυμάμαι πως τέτοιες παρεξηγήσεις μου τύχαιναν συχνά όταν έμενα στην Κύπρο, και χαίρομαι που έχω αποφασίσει να ζήσω στην Αμερική οριστικά.

Φέτος, το πρόγραμμά  μας στη Θάσο συμπίπτει με ένα μάθημα ελληνικών παραδοσιακών χορών με σπουδαστές Γερμανούς. Οι συγγραφείς κι οι χορευτές έχουν γεμίσει το πανσιόν όλο, και δεν μένει άδειο ούτε ένα δωμάτιο. Έλληνες που ξενιτεύτηκαν μικροί, ο Μπάμπης κι ο Νίκος πουλάνε αυτοκίνητα στη Γερμανία και τα σαββατοκύριακα παραδίδουν μαθήματα ελληνικών χορών. Κάθε καλοκαίρι, συνοδεύουν μια ομάδα Γερμανών στη Θάσο, και τους κάνουν εντατικά μαθήματα. Το πρωί αρχίζουν νωρίτερα απ’ τα μαθήματα που κάνουμε εμείς οι συγγραφείς, κάνουν διάλειμμα για μεσημεριανό φαγητό, και ξαναρχίζουν τα μαθήματα το απόγευμα. Γύρω από τις ελιές της ταβέρνας χορεύουν οι Γερμανοί σπουδαστές. Τσάμικο, ικαριώτικο, ζωναράδικο, σούστα και πεντοζάλη.

Μα τη νύχτα, ο Μπάμπης κι ο Νίκος έχουν πιά σχολάσει και χορεύουν για να διασκεδάσουν οι ίδιοι. Ενώ τη μέρα διδάσκουν τους παραδοσιακούς χορούς που κατά κανόνα αναπτύχθηκαν πριν τον εικοστό αιώνα, τη νύχτα τα μεγάφωνα παίζουνε ρεμπέτικα, τα Μπλουζ των Ελλήνων. Όταν ακούμε μια νύχτα ένα χασάπικο, ο Μπάμπης, ο Νίκος, κι εγώ στεκόμαστε για να χορέψουμε. Βάζω το δεξί μου χέρι στον ώμο του Μπάμπη, ενώ το αριστερό του πιάνει τον ώμο του Νίκου. Μου λέει ο Μπάμπης, είσαι ελεύθερη, και παγώνω. Ξεχνάω ότι με περιμένει να ξεκινήσουμε το χασάπικο, και φοβάμαι πως μου την πέφτει.

Ελεύθερη θα πει κι ανύπαντρη, βέβαια, και από τα είκοσι μου χρόνια και μετά, συχνά νιώθω την αγανάκτηση ή τον οίκτο ελληνοφώνων επειδή παραμένω ελεύθερη. Πιστεύω εκείνη τη στιγμή πως ο Μπάμπης μου ζητάει να βγούμε ραντεβού, ή, αν είναι παντρεμένος, ετοιμάζεται να μου θυμώσει γιατί δεν έχω βρει ακόμα άντρα. Οι Έλληνες φαίνεται να πιστεύουν πως είναι καθήκον τους να μαλώνουν τις γυναίκες που αργούνε να παντρευτούν. Επειδή έχω υποστεί αμέτρητες φορές αυτό το «καθήκον», πάντα νιώθω άγχος όταν μιλάω με Έλληνες. Πιστεύω πως σε οποιαδήποτε στιγμή θα μάθουν πως είμαι ανύπαντρη, και θα αρχίσουν να μου επιτίθονται ή να μου ονομάζουν γνωστούς τους άντρες που μπορεί να με «παίρναν».

Αλλά έχω εντελώς παρεξηγήσει την παρούσα στιγμή. Ο Μπάμπης απλά θέλει να μου πει πως είμαι ελεύθερη να ξεκινήσω το χορό, κι όταν το καταλαβαίνω αυτό, του εξηγώ πως μπορώ μόνο να τον ακολουθήσω, γιατί δεν ξέρω τα βήματα τόσο καλά.

Οι Γερμανοί σπουδαστές στέκονται γύρω μας, κι επειδή δεν έχουν μάθει τον χασάπικο δεν μπορούν παρά να μας παρακολουθήσουν. Ίσως έχουν δει το χορό στο Ποτέ την Κυριακή, και χτυπάνε παλαμάκια με ενθουσιασμό.

Τελειώνει η νύχτα μ’ ένα τσιφ τε τέλι. Οι σπουδαστές όλοι, Αμερικανοί και Γερμανοί,  προσεγγίζουν ντροπαλά την πίστα και αρχίζουν να κινούνται, μιμούμενοι εμένα και τους άλλους Έλληνες. Ο χορός, ιδιαίτερα ο ελληνικός χορός, με γεμίζει χαρά, αλλά την ίδια στιγμή νιώθω ανασφάλεια. Θέλω να χορεύω τέλει, έτσι ώστε με πάρουν όλοι για Ελληνίδα, κι όχι Αμερικάνα, όπως κι όταν μιλώ, ευχομαι να μην ακούγεται καθόλου η προφορά μου πως είναι αμερικάνικη—ξένη. Θέλω να ανήκω πλήρως, κι όχι να με καταλάβουν σαν «ξένη».

Όταν βλέπω τους ξένους σπουδαστές, όμως, να χορεύουν ανέμελα χωρίς να προσπαθήσουν να αποδείξουν πως είναι βέροι Έλληνες, ανακουφίζεται λίγο η ένταση που νιώθω. Ακόμα και τα ρούχα τους δείχνουν πόσο λίγο ενδιαφέρονται να ταιριάξουν με τον ελληνικό πολιτισμό. Οι Έλληνες ντύνονται στην τρίχα για να βγούνε για φαγητό, ακόμα και σ’ αυτό το χωριουδάκι της Θάσου, ενώ οι Γερμανοί έχουν ντυθεί λες και θα κάνουν γυμναστική στην πίστα, ή θα παν για ύπνο απευθείας. Ένας άντρας με μικρά γυαλάκια και μαύρα αθλητικά παπούτσια φοράει μάλιστα ριγέ πιτζάμα. Μια γλυκιά γυναίκα, ψηλή με μακριά κόκκινα μαλλιά, φοράει γυαλιστερές πολύχρωμες παντόφλες και μεγάλες, λαμπερές φούστες που αμφιβάλλω να ήταν ποτέ της μόδας.

Σαν χορεύω με αυτή τη παρδαλή και πολύχρωμή παρέα ξένων, νιώθω αλλιώτικα. Δεν είμαι πιά μια ελληνοκύπρια που γεννήθηκε στην Αμερική, και που προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει πως είναι πιο Ελληνίδα από τους άλλους τους Ελληνοαμερικανούς. Είμαι απλά ένας άνθρωπος που αγαπάει τη μουσική, που χορεύει και που ανήκει εδώ, σ’ αυτή τη παράξενη παρέα της Αρχόντισσας στη Θάσο. Ξέρω πως δεν θα κρατήσει καιρό αυτό το αίσθημα, αλλά μ’ αρέσει. Και το απολαμβάνω.

Ένας λόγος που νιώθω τόσο ευχάριστα χορεύοντας στην Αρχόντισσα είναι η σχέση που έχω με τους μουσικούς. Άλλος ένας Νίκος – ο Νίκος ο Σαρρής – παίζει κιθάρα κι ο Πάρης παίζει μπουζούκι, ενώ τις νύχτες που δεν έχουμε ζωντανή μουσική, εργάζεται σαν σερβιτόρος. Με ξέρουν εδώ και τρία καλοκαίρια, και θυμούνται τα τραγούδια που μ’ αρέσουν, και όταν κοιταζόμαστε νιώθω πως υπάρχει μεταξύ μας μια αμοιβαία τιμή, ένας αμοιβαίος σεβασμός.

Όσο διαρκούν τα μαθήματα των Γερμανών, έρχονται και μουσικοί από την Καβάλα, ακόμα πιο σπουδαίοι κι απ’ τον Νίκο και τον Πάρη. Ξενυχτώ, χορεύοντας μαζί τους μέχρι το πρωί, και ευτυχώς έχω λίγες υποχρεώσεις εδώ στη Θάσο, και διδάσκω το μάθημα μου  με άνεση, ακόμα και χωρίς ύπνο. Οι σπουδαστές κάνουν πρόοδο, μαθαίνουν όλα τα γράμματα κι αρχίζουν να παραγγέλνουν το φαγητό τους στα ελληνικά, και να κοσμούν τα αγγλικά τους κείμενα με τις νέες ελληνικές λεξούλες που έχουν μάθει.

Μια μέρα, οι σπουδαστές ρωτάνε πως κι οι μουσικοί κι οι σερβιτόροι ακόμη συνεχίζουν να παίζουν μουσική για πολλές ώρες, μετά τη στιγμή που τελειώνει το πρόγραμμα για το οποίο πληρώνονται, κι έχουν βάλει τα μεγάφωνά τους στο αυτοκίνητο. Καθισμένοι σ’ ένα κύκλο με τα όργανά τους, φαίνονται τόσο ευτυχισμένοι, ενώ το έτος είναι 2013 και υποφέρει η χώρα εδώ και χρόνια κάτω από το μαστίγιο της τρόικας και της λιτότητας. H απάντηση σ’ αυτή την απορία είναι πιο περίπλοκη ακόμα από το μάθημα για τη φιλοξενία, μα γι’ άλλη μια φορά αναφέρομαι στη λίστα των λέξεων που δεν μεταφράζονται. Ξεκινώ με τη παρέα, που τους εξηγώ είναι μια ομάδα φίλων που συναντάται συχνά, και αντλεί χαρά από τη συνύπαρξή. Θα δεις Έλληνες να παροτρύνουν τους φίλους τους να πιούν ακόμα λίγο, να πουν άλλο ένα τραγούδι, ή να χορέψουν ενώ δεν έχουν όρεξη, για χάρη της παρέας. Οι ανάγκες της παρέας υπερισχύουν πάντα επι της οποιαδήποτε προτίμησης ενός ατόμου.

Όταν ρωτάω τους σπουδαστές, προς το τέλος της διαμονής μας στην Ελλάδα, τί τους κάνει την πιο μεγάλη εντύπωση, απαντάν οι πιο πολλοί ότι είναι η όρεξη που έχουν οι Έλληνες για δουλειά. Οι ιδιοκτήτες της Αρχόντισσας, οι μάγειρες, κι οι σερβιτόροι, ξεκινάνε τις προετοιμασίες τους στις εννιά το πρωί, σερβίροντας πρόγευμα, ανάβοντας το φούρνο με τα ξύλα, πλένοντας το πάτωμα της ταβέρνας. Πριν χαράξει ακόμη, ο πατέρας του ιδιοκτήτη έχει βγει στη θάλασσα να βάλει τα δίκτυα. Ακόμα κι οι καθαρίστριες, ιδρωμένες από τη σκληρή δουλειά, αφήνουν τις σκούπες τους που και που και ρίχνουν μαζί με τους πελάτες ένα χορό. Όλοι τους εργάζονται υπερωρίες χωρίς παράπονο — πίνουν μια μπύρα, ένα τσιγάρο, να χαρούν το διάλλειμά τους, και ξαναπιάνουν δουλειά.

Στον ελληνικό χώρο, το όριο μεταξύ δουλειάς και διασκέδασης είναι θολότερο απ’ ότι είναι στην Αμερική, κι αφήνω τους σπουδαστές να αναλογιστούν οι ίδιο πως μοιάζει λίγο μαζοχιστική η αμερικάνικη εργασιακή ηθική, που θέλει τον καθένα να θυσιάζει τη χαρά στο βωμό της εργασίας. Κάποιος σπουδαστής σημειώνει πως και οι ιδιοκτήτες της επιχείρησες, και οι εργάτες επίσης, κοιμούνται σε δωμάτια πίσω από το πανσιόν, και όλο το καλοκαίρι μένουν μερόνυχτα στη δουλειά τους.

Έχω δυο στόχους όταν συζητώ με τους φοιτητές το θέμα της σκληρής δουλειάς των εργατών στην Ελλάδα. Από τη μια, θέλω να είμαι προσεχτική να μην ενθαρρύνω στερεότυπα μιας χαμηλότερης τάξης η οποία χαίρεται που δεν διαθέτει τον πλούτο και τον ελεύθερο χρόνο της τάξης των ελίτ. Δεύτερον, θέλω τους Αμερικανούς σπουδαστές να δουν τί μπορεί να συμβεί όταν ένας πολιτισμός αγκαλιάζει την έννοια της λέξης μεράκι. Είναι από τις αγαπημένες μου λέξεις, και εκφράζει τη χαρά που βγαίνει από την εργασία που γίνεται με φροντίδα, με προσοχή, και με αγάπη. Είναι η χαρά που δημιουργεί μέσα μας ο κόπος που αποφέρει καρπούς, είτε κυριολεκτικά, όπως ο πορτοκαλόκηπος, είτε μεταφορικά, όπως μια παράσταση που θέλει πολύωρες πρόβες για να βγει το ζητούμενο αποτέλεσμα. Σ΄ ένα άρθρο που θα τους στείλω, διαβάζω πως «ο μερακλής είναι ο μουσικός που επιδέξια αυτοσχεδιάζει χειρίζοντας και τη γνώση, και το έντονο πάθος». Η ύπαρξη της λέξης μεράκι αναιρεί ιδέες όπως αυτή της εργασιομανίας, αφού μιλάμε όχι για μια εργασία που εξαντλεί τον εργαζόμενο, αλλά που τον γεμίζει με ευδαιμονία.

Η ίδια η ευδαιμονία ως έννοια απαιτεί εξήγηση στους Αμερικανούς. Τους εξηγώ πως είναι μια πνευματική εμπειρία υπέρβασής, ηρεμίας, ευεξίας. Η ελληνική γλώσσα έχει περισσότερες λέξεις από την αγγλική για να εκφράσει τις διάφορες πτυχές της χαράς, και μια από τις ιδιαίτερα σημαντικές είναι το κέφι. Υπάρχουν παρόμοιες λέξεις στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα τουρκικά, και στα αραβικά, με σημασίες από την ηδονή μέχρι το χασίς. Η ιδιαιτερότητα όμως της ελληνικής λέξης εστιάζεται στον κοινωνικό της χαρακτήρα. Για να «ανεβεί το κέφι», πρέπει όλοι να δοθούν σε αυτό, και να δώσουν όλη τους την προσοχή στη κοινή χαρά.

Έστειλα στους σπουδαστές δυο άρθρα από το Περιοδικό Νεοελληνικών Σπουδών, που προσπαθούν να αποδώσουν το κέφι στα αγγλικά. Το ένα απ’ αυτά συνδέει το κέφι με το μεράκι.

Οι όροι κέφι και μεράκι εκφράζουνε μια συγκεκριμένη ιδέα του πάθους, που την ίδια ώρα ενδείχνει μια ιδεολογία «ψυχής» (του νου, των συναισθημάτων, και του σώματος) και «κοινότητας». Το πάθος στην ελληνική μουσική είναι μια εμπειρία καθαρτική όπου το άτομο προωθεί συμβολικά το εγώ του μέσα στην συλλογικότητα της κοινότητας. Οι εξωτερικευμένες εκφράσεις που δείχνουν το «κέφι» και το «μεράκι» των χορευτών και των μουσικών ερμηνεύονται ως σημεία  που παράγουν κέφι και επικοινωνία.

 

Όταν διδάσκω στη Θάσο, έχω την ευκαιρία να λειτουργώ εγώ η ίδια με μεράκι—φτιάχνω ασκήσεις, ψάχνω ευκαιρίες για τους σπουδαστές να εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο τους, και δεν κουράζομαι διότι η δουλειά αυτή, που την κάνω με μεράκι, μου δίνει χαρά. Και δεν είναι η ικανοποίηση που έρχεται επειδή έκανα το καθήκον μου. Τουναντίον, η ίδια η εργασία μου παρέχει χαρά, και επουλώνει την πληγή της μοιρασμένης μου ζωής. Η λαϊκή σοφία λέει «αλίμονο σε αυτόν που έχει γνωρίσει δυο πατρίδες» και πράγματι, νιώθω συνήθως διαμελισμένη ανάμεσα στη μοντέρνα γενέτειρά μου και τον ελληνικό πολιτισμό, που με ελκύει με την παράδοσή της, τη μουσική της και την ωραιότατη, αρχαιότατη της γλώσσα.

Από την εφηβεία μου, όταν βελτιώθηκαν τα ελληνικά μου κι ένιωθα πραγματικά πια δίγλωσση, νιώθω μοιρασμένη ανάμεσα σε δυο πολιτισμούς και δεν ανήκω πλήρως ούτε στον αμερικανικό ούτε στον ελληνικό πολιτισμό. Πάντα νιώθω πως μια μεγάλη πτυχή της ζωής μου είναι αόρατη, αφού όταν μιλάνε όλη αγγλικά είμαι η Ελληνίδα και όταν μιλάνε όλοι ελληνικά, με περνάνε για απλά μια Αμερικάνα.

Από τότε που έπιασα δουλειά εδώ στη Θάσο, όμως, και επαγγελματικά πια μαθαίνω σε άλλους Αμερικανούς πως να παρατηρούν και να χαίρονται τον ελληνικό πολιτισμό, νιώθω πως το βάρος της διαμελισμένης μου ύπαρξης, δεν την κουβαλάω πια μόνη. Νιώθω πως κάποιος με καταλαβαίνει, πως ο κόσμος με βλέπει να είμαι και τα δυο μαζί, και Αμερικανίδα και ελληνοκύπρια. Κι έτσι εδώ, στο νησάκι της Θάσου, δεν είμαι απλά μια ξένη, μια εξωτική μελαχρινή στις Ηνωμένες Πολιτείες, ή μια ελληνοκύπρια με προφορά Αμερικάνικη. Στο νησί αυτό, με τα ψαροκάικα του και τα μάρμαρα, τις ελιές και τα πεύκα, είμαι και Αμερικανίδα και ελληνοκύπρια, τα δυο μαζί. Η δουλειά μου είναι να γεφυρώνω το χάσμα μεταξύ γλωσσών, και την κάνω, σμίγοντας τους δυο μου κόσμους.

 

 

 

 

 

 

 

____________________________________________

 
Η Ιωάννα Ελευθερίου είναι καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον-Κληρ Λέικ, κι έχει δημοσιεύσει ποιήματα, δοκίμια, και μεταφράσεις στα περιοδικό Arts and Letters, Poetix, The Common, και άλλα. Ολοκηρώνει το πρώτο της βιβλίο, που έχει ως τίτλο This Way Back: Essays from Cyprus.

 

 

 

Articles similaires

Tags

Partager